*Οι παλαιότερες αποφάσεις της ΕΔΔ αναδημοσιεύονται από το αρχείο και δεν έχει γίνει καμία παρέμβαση στο περιεχόμενό τους.
*Οι παλαιότερες αποφάσεις της ΕΔΔ αναδημοσιεύονται από το αρχείο και δεν έχει γίνει καμία παρέμβαση στο περιεχόμενό τους.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
16/2007
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
06/12/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο που διατύπωσε σε ανακοίνωσή του το Κεντρικό Εκλογικό Επιτελείο του υποψηφίου για την προεδρία της Δημοκρατίας κ. Ιωάννη Κασουλίδη ότι το Ραδιοφωνικό Ιδρυμα Κύπρου παραβίασε τη δημοσιογραφική δεοντολογία με την ενέργειά του να «αποσιωπήσει προκλητικά» είδηση για συνάντηση του κ. Κασουλίδη με τον πρωθυπουργό της Ολλανδίας κ. Γιαν Πέτερ Μπαλκενέντε. Το ΡΙΚ ασχολήθηκε με τη συνάντηση στις 28 Νοεμβρίου, 2007, μεταδίδοντας σύντομη είδηση στο κεντρικό τηλεοπτικό του δελτίο, ως μέρος δέσμης τριών μικρών τοπικών ειδήσεων. Στην ανακοίνωσή του, το Κεντρικό Εκλογικό Επιτελείο του κ. Κασουλίδη παραπονέθηκε για μεροληπτική στάση έναντι του κ. Κασουλίδη και για μη ισότιμη και ανισομερή κάλυψη των υποψηφίων προέδρων και διατύπωσε έντονες κατηγορίες εναντίον του ΡΙΚ. Ο Διευθυντής Ειδήσεων και Επικαίρων του ΡΙΚ κ. Γιάννης Καρεκλάς εξέδωσε αμέσως ανακοίνωση, με την οποία απολογήθηκε δημόσια, αναφέροντας ότι η ενέργεια του Ιδρύματος ήταν λάθος «και όντως η κάλυψη που δόθηκε δεν ήταν σωστή, παρά τις σαφείς οδηγίες που είχαν δοθεί», έστω και αν «αυτό έγινε χωρίς σκοπιμότητα». Η ανακοίνωση ανέφερε ότι η Διεύθυνση του ΡΙΚ προέβη σε έρευνα και ότι «οι δικαιολογίες που αναφέρθηκαν δεν μετρούν, όσο καλόπιστες κι αν είναι, αφού το μόνο που μετρά είναι το αποτέλεσμα». Η Επιτροπή διαπίστωσε, όπως άλλωστε είναι παραδεκτό από το ΡΙΚ, ότι υπήρξε παράλειψη, η οποία συνιστά παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί ισότιμης μεταχείρησης και της υποχρέωσης των ΜΜΕ και των λειτουργών τους να παρέχουν αντικειμενική, ολοκληρωμένη και έγκυρη ενημέρωση. Παράλληλα, η Επιτροπή εξέφρασε ικανοποίηση για το γεγονός ότι ο Διευθυντής ειδήσεων του ΡΙΚ προέβη σε άμεση απολογία, την οποία θεώρησε πλήρη και ικανοποιητική και ως ορθή στάση και χειρισμό παραβιάσεων των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Σε σχέση με το ίδιο παράπονο, η Επιτροπή εξέτασε σχόλιο της «Αλήθειας» στην έκδοσή της 29ης Νοεμβρίου, 2007, στο οποίο ετίθετο ερώτημα για το ρόλο της Επιτροπής. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι επιλήφθηκε του θέματος μόλις έλαβε γνώση, έστω και αν δεν είχε υποβληθεί ενώπιόν της επίσημο παράπονο.
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
15/2007
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
06/12/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
Διευθετηθέν
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο που υπέβαλε ο δικηγόρος και βουλευτής κ. Ανδρέας Αγγελίδης, για σχόλιο της εφημερίδας «Πολίτης» σχετικά με την απαλλαγή του γιου του Σίμου από την υποχρέωση εκτέλεσης στρατιωτικής θητείας. Η εφημερίδα δημοσίευσε την Κυριακή, 18 Νοεμβρίου, 2007 σχόλιο σε σχέση για την πρόταση μείωσης της στρατιωτικής θητείας στους 14 μήνες και την απόρριψή της από το ΔΗΚΟ, στο οποίο ανέφερε ότι ο υιός του βουλευτή κ. Αντρέα Αγγελίδη, «Σίμος Αγγελίδης, γνωστός πλέον δικηγόρος σήμερα, κατετάγη στην ΕΦ στις 17/7/1995. Στις 27/11/1995 κρίθηκε από ιατροσυμβούλιο ως 1-5 και απελύθη από το στρατό. Είχε λέει τενοντίτιδα…Σήμερα αυτός και ο πατέρας του πωλούν ανέξοδα πατριωτισμό αποκαλώντας προδότες όσους διαφώνησαν με τις πολιτικές του αρχηγού τους…» Ο κ. Αγγελίδης απηύθυνε τετρασέλιδη επιστολή στον «Πολίτη, στην οποία απέρριπτε ως απαράδεκτο ψεύδος«τα περί δήθεν ‘πατριωτισμού’ που ‘πωλούν ανέξοδα’» και ζητούσε να δημοσιευθεί στην έκδοση της αμέσως επόμενης Κυριακής. Ο κ. Αγγελίδης εξηγούσε στην επιστολή του ότι ο γιος του είχε τραυματισθεί στη διάρκεια στρατιωτικής άσκησης και ότι αφού υποβλήθηκε σε πολύμηνη θεραπεία στο εξωτερικό, απολύθηκε ύστερα από διάγνωση Τριμελούς Ιατρικού Συμβουλίου στις 24/11/1995, ότι «πάσχει από βαριά τενοντοαρθρίτιδα του αχίλλειου τένοντα και της πελματικίας περιτονίας αριστερού άκρου ποδός, με σοβαρές λειτουργικές διαταραχές». Επίσης ζήτησε από την Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας να εξετάσει παράπονό του για δημοσίευση ανακριβών πληροφοριών και διασυρμό. Ο «Πολίτης» δημοσίευσε στην έκδοση της αμέσως επόμενης Κυριακής στην ίδια στήλη της τα ουσιώδη στοιχεία της επιστολής και σχόλιο με το οποίο απέρριπτε τη θέση του κ. Αγγελίδη περί προσπάθειας δολοφονίας χαρακτήρων. Ο κ. Σίμος Αγγελίδης, σε επιστολή του προς την Επιτροπή ανέφερε ότι το σχόλιο του «Πολίτη» «δεν ικανοποιεί τη δεοντολογική υποχρέωση, τουλάχιστον να γνωρίζουν οι αναγνώστες του εντύπου και την αλήθεια». Η Επιτροπή διαβίβασε τη θέση του κ. Αγγελίδη στην εφημερίδα, η οποία δημοσίευσε το πλήρες κείμενο της επιστολής του στις 28 Νοεμβρίου, 2007, αφιερώνοντας σ΄ αυτή ολόκληρη σελίδα. Η Επιτροπή εξέφρασε ικανοποίηση για τη δημοσίευση του πλήρους κειμένου της επιστολή, έστω και αν δεν υπήρχε τέτοια υποχρέωση από μέρους της εφημερίδας και αποφάσισε ότι με την ενέργεια αυτή ικανοποιήθηκε η πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ως προς την παροχή του δικαιώματος απάντησης. Περαιτέρω η Επιτροπή επεσήμανε ότι, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που άπτονται προσωπικών στοιχείων οφείλουν να διασταυρώνουν τις πληροφορίες τους, ιδιαίτερα όταν είναι δυνατό να δημιουργήσουν εντυπώσεις ή να προκαλέσουν αναστάτωση.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
13/2007
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
06/12/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο του Διευθυντή του Παθολογικού Τμήματος του Νοσοκομείου Λάρνακας κ. Ανδρέα Πούλλου, για σειρά ειδήσεων του «Φιλελεύθερου σχετικά με Εθνοφρουρό που είχε υποστεί θερμοπληξία και μεταφερθεί στο Ισραήλ για θεραπεία. Ο κ. Πούλλος παραπονέθηκε αρχικά για δημοσίευση ανακριβών πληροφοριών σχετικά με τα αίτια της ασθένειας του Εθνοφρουρού και διασυρμό των θεραπόντων γιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας που τον παρακολουθούσαν με αμφισβήτηση της επάρκειάς τους και στη συνέχεια για παράλειψη παροχής αντικειμενικής, ολοκληρωμένης και έγκυρης ενημέρωσης. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ Ο Εθνοφρουρός Νεόφυτος Νεοφύτου (Γεωργίου) εισήχθη στις 3 Αυγούστου, 2007 στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, ύστερα από στρατιωτική άσκηση σε περίοδο κύματος καύσωνα και οι γιατροί διέγνωσαν ότι είχε υποστεί θερμοπληξία. Στις 7 Αυγούστου, 2007, παρουσίασε «μέτρια έως έντονη εγκεφαλοπάθεια». Ο στρατιώτης μεταφέρθηκε στο Ισραήλ στις 10 Αυγούστου, 2007 και εισήχθη στο Ιατρικό Κέντρο Chaim Sheba του Τελ Αβίβ, όπου παρέμεινε επί δύο περίπου μήνες. Στις 31 Αυγούστου, 2007, ο «Φιλελεύθερος» δημοσίευσε είδηση κάτω από τον τίτλο «Τελικά δεν υπέστη θερμοπληξία ο φαντάρος» και με πλαγιότιτλο «Οι Ισραηλινοί γιατροί ‘αδειάζουν’ τους Κυπρίους συναδέλφους τους», στην οποία ανέφερε ότι ο στρατιώτης «δεν υπέστη τελικά θερμοπληξία, όπως είχαν αποφανθεί οι Κύπριοι γιατροί» και ότι σε ιατρική αναφορά του ισραηλινού ιατρικού κέντρου προς το Υπουργείο Αμυνας της Κύπρου «υπογραμμίζεται ρητά ότι από τις πρώτες εξετάσεις που έγιναν στο Ισραήλ δεν διεγνώσθησαν στον ασθενή οποιαδήποτε ‘παθογνωμικά σημεία θερμοπληξίας’». Στις 4 Σεπτεμβρίου, 2007, η εφημερίδα δημοσίευσε είδηση με πληροφορίες για την πορεία της υγείας του στρατιώτη και την επομένη νέα είδηση, η οποία περιλάμβανε δηλώσεις του Διευθυντή της Παθολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου Λάρνακας, ο οποίος ανέφερε ότι οι Κύπριοι γιατροί επέμεναν στην αρχική διάγνωσή τους για θερμοπληξία «και αυτό παρά την περί του αντιθέτου εκτίμηση των ισραηλινών συναδέλφων τους στο κέντρο Chaim Sheba, οι οποίοι δεν διέγνωσαν στον ασθενή οποιαδήποτε ‘παθογνωμικά στοιχεία θερμοπληξίας’. Ο κ. Πούλλος παραπονέθηκε ότι οι πληροφορίες ήταν ανακριβείς, επισύναψε την έκθεση του Ιατρικού Κέντρου Chaim Sheba και ζητούσε δημοσίευση επανόρθωσης με βάση την έκθεση αυτή. Επίσης υποστήριξε ότι η δημοσίευση ανακριβών πληροφοριών αποτελούσε μέρος μιας ενορχηστρωμένης προσπάθειας με στόχο να πληγεί το κύρος και η επαγγελματική επάρκεια των Κυπρίων γιατρών που νοσήλευσαν τον στρατιώτη. Ο «Φιλελεύθερος» απάντησε ότι στην είδηση της 31ης Αυγούστου, 2007, «γίνεται αναλυτική και ακριβής παράθεση και/ή καταγραφή των όσων αναφέρονται στην ιατρική αναφορά του κέντρου Chaim Sheba προς το Υπουργείο Αμυνας της Κύπρου και ότι ο συντάκτης της είδησης «δεν προέβηκε στην εξαγωγή οιωνδήποτε συμπερασμάτων και/ή δικών του εικασιών, απλά κατέγραψε ακριβοδίκαια τα όσα αναφέρονται στην ιατρική αναφορά». Επίσης ανέφερε ότι ο συντάκτης, «ενεργώντας με καλή πίστη και θέλοντας να προάγει τις θέσεις και τις απόψεις του παραπονουμένου» δημοσίευσε τις θέσεις του στις 5 Σεπτεμβρίου, 2007. Περαιτέρω ανέφερε ότι «καμία ανακριβής δημοσίευση και κανένας σχολιασμός ως προς την επαγγελματική επάρκεια του παραπονούμενου δεν αποδίδεται και ούτε σκοπό έχει να αποδοθεί στον παραπονούμενο», ούτε και υπήρχε τέτοια πρόθεση. Ο κ. Πούλλος ανέφερε στην Επιτροπή ότι η απαντητική επιστολή του «Φιλελεύθερου» «ουδόλως μας ικανοποιεί, αλλά αντιθέτως εξακολουθεί να παραποιεί τα γεγονότα». Επεσήμανε τον πλαγιότιτλο «Ισραηλινοί γιατροί ‘αδειάζουν’ τους Κυπρίους συναδέλφους τους» και ανέφερε ότι «προσβάλλει το κύρος και την επιστημονική επάρκεια των συγκεκριμένης ομάδας ιατρών». Περαιτέρω ανέφερε ότι «είναι ιατρικά γνωστό ότι ο όρος ‘παθογνωμικά στοιχεία θερμοπληξίας’ δεν υφίσταται» και αμφισβητούσε την ύπαρξη «τέτοιου συμπεράσματος σε οποιαδήποτε ιατρική έκθεση η οποία προέρχεται από πανεπιστημιακή κλινική του Ισραήλ». Τέλος ανέφερε ότι οι απόψεις του είχαν δημοσιευθεί στο «Φιλελεύθερο» με δική του πρωτοβουλία και όχι της εφημερίδας. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Επιτροπή εξέτασε διεξοδικά τα ενώπιόν της στοιχεία και αναζήτησε περαιτέρω πληροφόρηση για τον όρο «παθογνωμικός». Η Εγκυκλοπαίδεια «Λαρούς» αναφέρει ότι ο όρος «λέγεται περί ιδιαιτέρου σημείου νόσου τινος, το οποίον είναι επαρκές δια να χαρακτηρίση άνευ αμφιβολίας την νόσον αυτήν» και επεξηγεί ότι «υπάρχουν ολίγα αληθώς παθογνωμικά κλινικά σημεία, των οποίων η αξία είναι απόλυτος», ενώ αντιθέτως «τα βιολογικά και εργαστηριακά πορίσματα είναι συχνότερον παθογνωμικά». Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ενώπιόν της στοιχεία, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι στην είδηση της 31ης Αυγούστου περί μη διαπίστωσης «παθογνωμικών στοιχείων θερμοπληξίας» η εφημερίδα παρέλειψε να ελέγξει την ακρίβεια των πληροφοριών της. Περαιτέρω, αποφάσισε ότι ο πλαγιότιτλος «Οι Ισραηλινοί γιατροί ‘αδειάζουν’ τους Κυπρίους συναδέλφους τους» δεν δικαιολογείται από το περιεχόμενο της είδησης, συνιστά συμπέρασμα και/ή εικασία και θίγει την επαγγελματική επάρκεια των Κυπρίων θεραπόντων γιατρών του στρατιώτη. Η παράλειψη της εφημερίδας να δημοσιεύσει περαιτέρω πληροφορίες όταν της δόθηκε η τελική γνωμάτευση των Ισραηλινών γιατρών συνιστά αφ’ ενός άρνηση απάντησης και αφ΄ ετέρου παραβιάζει την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί υποχρέωσης των ΜΜΕ και των λειτουργών τους για σεβασμό της αλήθειας και του δικαιώματος του πολίτη για αντικειμενική, ολοκληρωμένη και έγκυρη ενημέρωση. Η Επιτροπή θεωρεί θετικό το γεγονός ότι η εφημερίδα, στη είδησή της στις 5 Σεπτεμβρίου, 2007 παρέθεσε τις απόψεις του κ. Πούλλου, έστω και με δική του πρωτοβουλία. Τέλος η Επιτροπή εξέφρασε την απαρέσκεια της για αναφορές του παραπονούμενου περί συνωμοσίας, αλλότριωνσκοπών και ανεπάρκειας δημοσιογράφων, οι οποίες θεωρήθηκαν μειωτικές γι’ αυτούς και δεν είχαν τη θέση τους, αφού στην ουσία τους απέδιδε ανεπάρκεια, για την οποία ο ίδιος παραπονέθηκε ότι αποδόθηκε στους γιατρούς που περιέθαλψαν το στρατιώτη.
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
14/2007
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
14/11/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
Διευθετηθέν
Η εφημερίδα "Αλήθεια δημοσίευσε σχόλιο με το οποίο αμφισβητούσε την εγκυρότητα δημοσκόπησης από γραφείο στο οποίο φέρεται να είναι μέτοχος Υπουργός, -η οποία προβλήθηκε από τηλεοπτικό σταθμό- έθετε ερωτήματα κατά πόσο τέτοια γραφεία μπορούν να κάμνουν ανεξάρτητες δημοσκοπήσεις και άφηνε υπονοούμενα για αδράνεια της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, επειδή δεν ασχολήθηκε με το θέμα. Σε απάντηση του σχολίου, η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας απηύθηνε την ακόλουθη επιστολή στον Αρχισυντάκτη της εφημερίδας, η οποία δημοσιεύθηκε στις 14 Νοεμβρίου, 2007: "Σε σχόλιο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα σας, στην έκδοση της 9ης Νοεμβρίου, 2007, σχετικά με τη διενέργεια δημοσκοπήσεων από εταιρεία και προβολή τους από τηλεοπτικό σταθμό, η εγκυρότητα των οποίων αμφισβητείται από το σχολιαστή, αναφέρεται ότι «το πρόβλημα είναι πως η Επιτροπές Δεοντολογίας στην Κύπρο έχουν μάλλον διακοσμητικό χαρακτήρα…» Η χρήση του πληθυντικού στο σχόλιο παραπέμπει και στην Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, η οποία, όπως ασφαλώς γνωρίζετε, δεν έχει ως αποστολή της την εφαρμογή είτε προληπτικής είτε κατασταλτικής λογοκρισίας. Αποστολή της Επιτροπής είναι αυτή που της ανατέθηκε από τους ιδρυτικούς φορείς, που είναι ο Σύνδεσμος Εκδοτών στον οποίο ανήκει και η εφημερίδα σας, οι ιδιοκτήτες ηλεκτρονικών ΜΜΕ και οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι, δηλαδή η εξέταση παραπόνων από όσους πιστεύουν ότι έχουν παραβιασθεί πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή λειτουργεί αποκλειστικά στο πλαίσιο του Κώδικα, δεν έχει αστυνομική αποστολή και δεν εκτελεί ανακριτικό έργο, αλλά εξετάζει παράπονα όταν υποβάλλονται. Με βάση τον Κώδικα, είναι εκτός της αποστολής της η αστυνόμευση είτε των ΜΜΕ είτε των λειτουργών τους, ενώ αντίθετα έχει ως βασική υποχρέωσή της την προάσπιση της Ελευθερίας της Εκφρασης. Ως ασφαλιστική δικλείδα έναντι ενδεχομένων αυθαιρεσιών των ΜΜΕ, υπάρχει το δικαίωμα υποβολής παραπόνου από οποιοδήποτε μέλος του κοινού. Παρακαλούμε όπως η επιστολή αυτή δημοσιευθεί το ταχύτερο στην εφημερίδα σας".
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
11/2007
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
01/11/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο από την κ. Αλεξία Κουντουρή Παπαευσταθίου, του δικηγορικού Γραφείου Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες ότι οι δημοσιογράφοι Σωτήρης Παρούτης, Γιώργος Κασκάνης και Διονύσης Διονυσίου δημοσίευσαν στην εφημερίδα «Πολίτης» στις 30/9/2007 επιστολή που είχε συντάξει η ίδια, προέβησαν σε ερμηνεία του περιεχομένου της χωρίς προηγουμένως να ζητήσουν την άποψή της. Η επιστολή, με ημερομηνία 25/10/2004, είχε συνταχθεί από την κ. Αλεξία Κουντούρη κατ’ εντολή της εταιρείας Chams Limited και απευθυνόταν προς την Κινεζική εταιρεία NORINCO (China North Industries Corp., από την οποία εζητείτο η καταβολή στην εντολοδόχο εταιρεία προμήθειας για την αγορά στρατιωτικού υλικού από την Κυπριακή Δημοκρατία. Στην ίδια έκδοση της εφημερίδας οι δημοσιογράφοι Σωτήρης Παρούτης και Γιώργος Κασκάνης δημοσίευσαν ανάλυση και επεξήγηση του περιεχομένου της επιστολής και ο δημοσιογράφος Διονύσης Διονυσίου δημοσίευσε άρθρο με το οποίο καλούσε τον Πρόεδρο Παπαδόπουλο «να δώσει πολλές διευκρινήσεις». Η παραπονούμενη ανέφερε στο παράπονό της ότι δεν έθετε θέμα ως προς «την κλοπή των εν λόγω εγγράφων» και αποκάλυψης προσωπικών δεδομένων, επειδή «έχουν ήδη κινηθεί οι ενδεδειγμένες και νόμιμες διαδικασίες» και ανέφερε ότι η καταγγελία «υποβάλλεται για το λόγο «οι εν λόγω κύριοι δεν επέξειξαν τους στοιχειώδεις κανόνες επαγγελματικής και δεοντολογικής συμπεριφοράς» επειδή προέβησαν σε ανάλυση και επεξήγηση του περιεχομένου της επιστολής και «δεν μπήκαν στον κόπο να ζητήσουν τη θέση και την άποψη του συντάκτη της επιστολής». Σε συμπληρωματικό έγγραφο ανέφερε ότι η παράλειψη να ζητήσουν και να λάβουν εκ των προτέρων τις απόψεις και θέσεις της είναι «πρόδηλα αντιδεοντολογική και περαιτέρω, ότι η εκ των υστέρων δημοσίευση της ανακοίνωσης του δικηγορικού γραφείου ήταν υποβαθμισμένη γιατί δημοσιεύθηκε σε εσωτερική σελίδα της εφημερίδας και σε καθημερινή έκδοση, ενώ η είδηση δημοσιεύθηκε πρωτοσέλιδα σε κυριακάτικη έκδοση. Ο κ. Παρούτης, παραθέτοντας τις θέσεις του ιδίου, των άλλων δύο δημοσιογράφων και της εφημερίδας, ανέφερε ότι η επιστολή λήφθηκε ταχυδρομικώς στις 27/9/2007, χωρίς ένδειξη αποστολέα και επειδή το θέμα ήταν δημοσιογραφικού και δημοσίου ενδιαφέροντος λόγω του αντικειμένου του και του περιεχομένου της επιστολής, αφού εξακριβώθηκε η γνησιότητα της επιστολής, θεωρήθηκε από μόνη της ως «ντοκουμέντο¨. Περαιτέρω, αφού διερευνήθηκαν οι συναλλαγές της NORINCO με την Κυπριακή Δημοκρατία, και διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε εγγεγραμμένη στην Κύπρο εταιρεία με την επωνυμία Chams Limited, κρίθηκε ότι «δεν συνέτρεχε λόγος, ούτε πριν, ούτε μετά» για επικοινωνία με το δικηγορικό γραφείο και αποφασίστηκε η δημοσίευση της επιστολής . Την επομένη η εφημερίδα «Πολίτης» έλαβε ανακοίνωση από το Δικηγορικό Γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες, την οποία δημοσίευσε αυτούσια στην έκδοση της 1/10/2007. Ανέφερε επίσης ότι η εφημερίδα «δεν καθορίζει το χρόνο δημοσίευσης ενός θέματος, σε σχέση με το ποια ημέρα έχει υψηλότερη κυκλοφορία» και ότι την επομένη της δημοσίευσης της επιστολής δημοσίευσε πρωτοσέλιδη είδηση με αναφορά στην ανακοίνωση του δικηγορικού γραφείου και παραπομπή στο πλήρες κείμενο. Είπε ακόμη ότι με τη δημοσίευση της ανακοίνωσης δεν παραβιάστηκε η πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ότι «..τα Μ.Μ.Ε. παρέχουν στης επηρεαζομένους, στην κατάλληλη περίπτωση και ιδιαιτέρως όταν έχουν υποστεί επίθεση, την ευκαιρία να απαντήσουν», δεδομένου ότι η πρόνοια δεν καθορίζει τον τύπο, τον τρόπο, τη μορφή και το χρόνο δημοσίευσης της απάντησης. Ο κ. Παρούτης έθεσε θέμα μειωτικής αναφοράς λόγω της τοποθέτησης των λέξεων «δημοσιογράφοι» και «ερευνητική δημοσιογραφία» εντός εισαγωγικών, αναφέροντας ότι αυτό συνιστά επίθεση εναντίον της δημοσιογραφίας. Επίσης ανέφερε ότι και η ίδια η παραπονούμενη παραδέχθηκε την αυθεντικότητα της επιστολής και είπε ότι η επιστολή ήταν από μόνη της «ντοκουμέντο», γεγονός που από μόνο του δικαιολογούσε τη δημοσίευσή της. Η Επιτροπή, αφού μελέτησε όλα τα δημοσιεύματα και έλαβε υπόψη τις θέσεις των δύο πλευρών, αποφάσισε ότι, ως εκ της φύσεώς του, το θέμα ήταν δημοσίου ενδιαφέροντος και η εφημερίδα είχε δικαίωμα να ασχοληθεί με αυτό. Περαιτέρω αποφάσισε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα ακρίβειας των πληροφοριών, που είναι παραδεκτή και από την παραπονούμενη. Η Επιτροπή δεν ασχολήθηκε με το θέμα του τρόπου εξασφάλισης των πληροφοριών και της αποκάλυψης προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με την επιθυμία της παραπονουμένης και λόγω του ότι ανέφερε ότι έχουν ήδη ληφθεί δικαστικά μέτρα. Ως προς το δικαίωμα απάντησης, η θέση της Επιτροπής που προκύπτει από το πνεύμα του Κώδικα είναι ότι η απάντηση πρέπει να δημοσιεύεται όσο το δυνατό χρονικά πλησιέστερα προς το επίμαχο δημοσίευμα και να είναι κατά το δυνατό ανάλογη προς αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή αποφάσισε ότι οι προϋποθέσεις αυτές τηρήθηκαν και το δικαίωμα απάντησης ικανοποιήθηκε επαρκώς με τη δημοσίευση, στην αμέσως επόμενη έκδοση, πρωτοσέλιδης είδησης με αναφορά στην απαντητική ανακοίνωση του δικηγορικού γραφείου Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες και παραπομπή στο πλήρες κείμενο και συνεπώς δεν υπάρχει παραβίαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή, με βάση την πάγια πρακτικής της, παρατηρεί ότι σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το δημοσιογραφικό αισθητήριο και πείρα και η κοινή λογική υποβάλλουν ότι αναμένεται απάντηση σε πληροφορίες ή σχόλια και απόψεις, τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι καλόν θα ήταν να ζητούν τις απόψεις του επηρεαζομένου μέρους και να τις δημοσιεύουν ταυτόχρονα, ιδιαίτερα όταν με την ενέργεια αυτή δεν τίθεται σε κίνδυνο η αποκλειστικότητα των πληροφοριών, δεν παραβλάπτεται το δημόσιο συμφέρον και εκ των πραγμάτων δεν αναμένεται αντίδραση πέραν της παράθεσης απαντητικών θέσεων. Η πρακτική αυτή συνάδει με την πρόνοια του Κώδικα για την παροχή ολοκληρωμένης πληροφόρησης και ενισχύει το κύρος της δημοσιογραφίας και την αξιοπιστία και εγκυρότητα των πληροφοριών ή σχολίων.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
6/2007
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
09/09/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο από γυναίκα για δημοσίευση από το περιοδικό PEOPLE, σε τεύχος του Απριλίου, 2007, φωτογραφίας της με σχόλιο για το ντύσιμό της. Σύμφωνα με το παράπονο, η φωτογραφία λήφθηκε στο δρόμο, χωρίς να το γνωρίζει η ίδια και δημοσιεύθηκε χωρίς να ζητηθεί η συγκατάθεσή της. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της, δέχθηκε τη θέση της παραπονούμενης ότι δεν είναι δημόσιο πρόσωπο, ότι η φωτογραφία λήφθηκε εν αγνοία της και πολύ περισσότερο ότι δεν ζητήθηκε η συγκατάθεσή της για να δημοσιευθεί, με αποτέλεσμα να παραβιασθεί η ιδιωτική της ζωή και να δημοσιευθούν προσωπικά της δεδομένα. Οι καθ’ ων το παράπονο, πέραν του ισχυρισμού, που δεν έγινε αποδεκτός, ότι η παραπονούμενη γνώριζε για τη λήψη φωτογραφίας, υποστήριξαν ότι η φωτογραφία λήφθηκε σε δημόσιο χώρο, χωρίς να παραβιάζεται κανένα δικαίωμα της παραπονούμενης. Η Επιτροπή έχοντας υπόψη αποφάσεις ανάλογων σωμάτων δεοντολογίας, την απόφαση της Επιτρόπου Προσωπικών Δεδομένων σε περίπτωση ιδιώτη, ο οποίος μάλιστα βρισκόταν στη σκηνή φόνου, καθώς και την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση της Πριγκίπισσας Καρολίνας, θεωρεί ότι οι ιδιώτες, (ακόμη και τα «δημόσια πρόσωπα», όταν η παρουσία τους σε δημόσιο χώρο δεν έχει σχέση με ή δεν οφείλεται στην ιδιότητά τους), έχουν το δικαίωμα ιδιωτικής ζωής σε δημόσιους χώρους, όπως δρόμους, κέντρα αναψυχής κλπ., όταν δεν εμπλέκονται σε γεγονότα που συνιστούν είδηση, είναι δημοσίου ενδιαφέροντος και το κοινό έχει δικαιολογημένο ενδιαφέρον να γνωρίζει (π.χ. διαδηλώσεις, δημόσιες συγκεντρώσεις, ταραχές, δυστυχήματα, εγκλήματα κλπ.). Στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο περί γυναίκας, για τις κινήσεις και το ντύσιμο του οποίας το κοινό δεν είχε κανένα δικαιολογημένο ενδιαφέρον να γνωρίζει. Υπό το φως των ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στην απόφαση ότι υπήρξε παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί ιδιωτικής ζωής και προσωπικού καθεστώτος. Η παραπονούμενη, αν και είχε δικαίωμα, δεν έθεσε θέμα για τα σχόλια που συνοδεύουν τη φωτογραφία. Και επί του προκειμένου, η Επιτροπή θεωρεί ότι αποτελεί ατομικό δικαίωμα προσώπων που δεν θεωρούνται δημόσια πρόσωπα, η καθ’ οιονδήποτε τρόπο έκφραση της προσωπικότητάς τους, χωρίς παρέμβαση ή κριτική από τα ΜΜΕ. Η Επιτροπή απέρριψε τον ισχυρισμό των νομικών συμβούλων του περιοδικού ότι δυσκολεύονταν περαιτέρω να υπερασπίσουν τους πελάτες τους επειδή δεν τους υπεδείχθη η φωτογραφία για την οποία διατυπώθηκε το παράπονο. Στην πραγματικότητα η φωτογραφία υπεδείχθη σαφώς με επιστολή, ημερομηνίας 25ης Ιουλίου, 2007.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
9/2007
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
09/09/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο από τη Βοηθό Διευθύντρια της Παιδιατρικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Μακάριος ΙΙΙ» κ. Γούλα Στυλιανίδου, για το περιεχόμενο τηλεοπτικής εκπομπής «Με αγάπη» του ΣΙΓΜΑ, που μεταδόθηκε στις 28 Ιουνίου, 2007 και αναφερόταν στο θάνατο πεντάχρονου ασθενούς λόγω κατ’ ισχυρισμόν ιατρικής αμέλειας. Η κ. Στυλιανίδου ανέφερε στο παράπονό της ότι στην εκπομπή μεταδόθηκαν ανακριβείς πληροφορίες και ότι δικάστηκε και καταδικάστηκε από την τηλεόραση, με την προβολή ισχυρισμών, προτού «υπάρξουν τελικά και τεκμηριωμένα αποτελέσματα της νεκροψίας». Η Επιτροπή θεωρεί ότι το θέμα ήταν ιδιαίτερα σοβαρό και δημοσίου ενδιαφέροντος και επομένως τα ΜΜΕ ενημέρωσης είχαν το δικαίωμα συζήτησής του, τηρουμένων των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι αν και δεν έγινε οποιαδήποτε ονομαστική αναφορά στην εκπομπή, τα λεχθέντα φωτογράφιζαν τη μοναδική παιδίατρο στην παιδιατρική κλινική του Μακάρειου Νοσοκομείου, για την οποία είχαν γίνει κατά την περίοδο εκείνη εκτενή ρεπορτάζ. Επίσης σημείωσε ότι με τα λεχθέντα από τον πατέρα του παιδιού αμφισβητήθηκαν τα προσόντα της παιδιάτρου, δηλαδή η ειδικότητα και υποειδικότητά της, χωρίς να εκφρασθεί καμιά επιφύλαξη η να καταβληθεί προσπάθεια ελέγχου της ακρίβειας των ισχυρισμών. Η παρουσιάστρια της εκπομπής κ. Ελίτα Μιχαηλίδου πρόβαλε τη θέση ότι ο πατέρας και η μητέρα του παιδιού παρουσίασαν στοιχεία για την κλινική απασχόληση «της συγκεκριμένης γιατρού, στα οποία «δεν αναφερόταν η εξειδίκευση της στην Παιδονευρολογία», τα οποία δεν παρουσιάστηκαν στην εκπομπή. Ωστόσο το γεγονός αυτό αναφέρθηκε στην εκπομπή και αφέθηκε να αιωρείται το ερώτημα για τα προσόντα της παραπονουμένης. Ο Παγκύπριος Ιατρικός Σύλλογος απέστειλε βεβαίωση ότι η παραπονούμενη είναι προσοντούχος παιδίατρος και παιδονευρολόγος. Ο Παγκύπριος Ιατρικός Σύλλογος στον οποίο αποτάθηκε η Επιτροπή για λεπτομέρειες, παρέπεμψε στο Παγκύπριο Ιατρικό Συμβούλιο, το οποίο είναι υπεύθυνο για την εγγραφή και τήρηση μητρώου των εν ενεργεία ιατρών, με την ειδικότητα και υποειδικότητα εκάστου. Το Ιατρικό Συμβούλιο έχει καταγραμμένη στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Υγείας την κ. Στυλιανίδου, με αριθμό μητρώου 1578 και με ειδίκευση στην Παιδιατρική και Εξειδίκευση στην Παιδονευρολογία. Η Επιτροπή επεσήμανε ότι στην εκπομπή επιρρίφθηκε από τον πατέρα και τη μητέρα του παιδιού προσωπική ευθύνη στην παιδίατρο για λανθασμένη διάγνωση και για το θάνατο του παιδιού, χωρίς την προηγούμενη ύπαρξη πορίσματος έρευνας από αρμόδιο σώμα. Η Διευθύντρια της Παιδιατρικής Κλινικής του Μακάρειου βεβαίωσε ότι «την ευθύνη για την παρακολούθηση και αντιμετώπιση του παιδιού είχαν όλοι οι Παιδίατροι της Παιδιατρικής Κλινικής» και όχι μόνο η παραπονούμενη. Η Επιτροπή πήρε επίσης βεβαίωση από τον επικεφαλής ομάδας ιατρών στην οποία ανατέθηκε από τον Υπουργό Υγείας να διερευνήσει το θέμα και να υποβάλει πόρισμα, ότι την ευθύνη για την παρακολούθηση του παιδιού είχαν όλοι οι παιδίατροι της Παιδιατρικής Κλινικής του Νοσοκομείου και ότι οι ιατροί «έκαμαν ό,τι έπρεπε να κάμουν και δεν ευθύνονται για το θάνατο του παιδιού». Η κ. Μιχαηλίδου υπέβαλε στην Επιτροπή τη θέση ότι στην εκπομπή είχαν προσκληθεί «εκπρόσωποι όλων των πλευρών» και ότι η διευθύντρια της Παιδιατρικής Κλινικής κ. Ε. Τοφαρίδου, η οποία αποποιήθηκε την πρόσκληση γιατί «είχε υποδείξεις να αρνηθεί». Υπό το φως των ανωτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι το γεγονός πως αφέθηκε να αμφισβητηθεί η ειδικότητα και η υποειδικότητα της παραπονουμένης, καθώς και η επίρριψη σ’ αυτήν ευθύνης ως αποκλειστικά υπεύθυνης για την παρακολούθηση του παιδιού, συνιστούν παραβίαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ως προς τη μη μετάδοση ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών. Επίσης αποφάσισε ότι η κατηγορία πως ο θάνατος του παιδιού οφείλεται σε ανεπάρκεια ή αμέλεια της παραπονούμενης, χωρίς ο ισχυρισμός να δικαιολογείται από οποιοδήποτε πόρισμα αρμόδιου σώματος, συνιστά παράβαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ως προς το τεκμήριο της αθωότητας και το διασυρμό. Ως προς τη θέση της κ. Μιχαηλίδου ότι στην εκπομπή προσκλήθηκαν εκπρόσωποι όλων των πλευρών και η Διευθύντρια της Παδιατρικής Κλινικής του Νοσοκομείου, η Επιτροπή επαναλαμβάνει προηγούμενες υποδείξεις της ότι το δικαίωμα απάντησης είναι προσωπικό και δεν υποκαθίσταται από την παρουσία ή την πρόσκληση παρουσίας οποιωνδήποτε άλλων. Κατά συνέπεια θεωρεί ότι δεν δόθηκε στην άμεσα ενδιαφερόμενη το δικαίωμα απάντησης, κατά παράβαση της σχετικής πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
10/2007
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
09/09/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο από ιδιοκτήτη Γραφείων Κηδειών για κατ’ ισχυρισμόν ανακριβή είδηση στη «Σημερινή» σχετικά με υπόθεση νεκροφιλίας, που είχε ως συνέπεια «οικονομική καταστροφή, διασυρμό και εξευτελισμό των πολιτών που έχουν σχέση με Γραφεία Κηδειών». Στο παράπονο διατυπωνόταν επίσης η θέση ότι «παρά την ανακοίνωση της αστυνομίας που διαψεύδει τα ως άνω δημοσιεύματα, δυστυχώς το όλο θέμα συντηρείται και αιωρείται με τη φράση ‘οι αστυνομικές έρευνες συνεχίζονται’». Η αρχική είδηση δημοσιεύθηκε στη «Σημερινή» στις 11 Αυγούστου, 2007 και ανέφερε ότι η Αστυνομία προέβη σε αυτεπάγγελτη διεξαγωγή ερευνών ύστερα από επίμονες πληροφορίες για υπόθεση νεκροφιλίας σε γραφείο κηδειών. Η «Σημερινή επανήλθε με είδησή της στις 12 Αυγούστου, 2007, στην οποία ανέφερε ότι προσεγγίστηκαν από την Αστυνομία κάποια πρόσωπα, αλλά δεν προέκυψε κανένα στοιχείο και καμιά μαρτυρία σχετικά με την υπόθεση και ότι το αστυνομικό έργο θα συνεχισθεί και τις επόμενες ημέρες. Επίσης δημοσίευσε δηλώσεις του Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κύπρου Μιχαηλίδη ότι «όσες πληροφορίες θα εξασφαλίσουμε αναμένεται να διερευνηθούν και αναλόγως θα πράξουμε». Το Αρχηγείο Αστυνομίας ανταποκρινόμενο σε παράκληση της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας την πληροφόρησε, με επιστολή ημερομηνίας 29ης Αυγούστου, 2007, ότι «από εξετάσεις που διενεργήθηκαν από την Αστυνομία διεφάνη ότι οι πληροφορίες αυτές δεν επαληθεύονται». Υπό το φως των ανωτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι το θέμα ήταν δημοσίου ενδιαφέροντος και συνεπώς η εφημερίδα είχε κάθε δικαίωμα να ασχοληθεί με αυτό. Επίσης αποφάσισε ότι η δεν στοιχειοθετείται παράβαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί μη μετάδοσης ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι αρμόδια να επιληφθεί των ισχυρισμών για τις επιπτώσεις όσον αφορά στα γραφεία κηδειών, δεδομένου του γεγονότος ότι δεν έγινε άμεση ή έμμεση αναφορά σε συγκεκριμένο γραφείο κηδειών. Ως προς το παράπονο ότι η υπόθεση αφέθηκε να αιωρείται, η Επιτροπή θεωρεί ότι η δημοσίευση της απόφασής της από την εφημερίδα «Σημερινή», με τη βεβαίωση του Αρχηγείου της Αστυνομίας ότι οι πληροφορίες δεν επαληθεύονται, συνιστά επαρκή θεραπεία.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
5/2007
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
09/09/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε παραπόνου που διατυπώθηκε από το ΑΚΕΛ Λευκωσίας-Κερύνειας ότι ρεπορτάζ που μετέδωσε ο τηλεοπτικός σταθμός ΑΝΤ1 στις 14 Απριλίου, 2007, σχετικά με το θέμα της αντίθεσης των κατοίκων Λυμπιών στην κατασκευή Χώρου Υγειονομικής Ταφής Υπολειμμάτων στην περιοχή της κοινότητας, περιείχε ανακριβείς και παραπλανητικές πληροφορίες. Οι δύο πλευρές κλήθηκαν να δώσουν λεπτομερώς τις απόψεις τους επί του θέματος. Το ΑΚΕΛ το έπραξε γραπτώς με επιστολή ημερομηνίας 25/4/2007 ενώ ο ΑΝΤ1 επέλεξε να το πράξει προφορικώς σε συνεδρία υποεπιτροπής. Θέση του ΑΚΕΛ ήταν ότι από το απόγευμα της 14ης Απριλίου, 2007, ο ΑΝΤ1 πρόβαλλε περιοδικώς την προαγγελία «διασπαστική κίνηση του ΑΚΕΛ στα Λύμπια» για ρεπορτάζ στο κύριο δελτίο ειδήσεων, σε σχέση με τη στάση του ΑΚΕΛ έναντι απόφασης της Ομάδας Πρωτοβουλίας των κατοίκων της κοινότητας για αποκοπή του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας-Λάρνακας στις 15 Απριλίου, 2007. Το ΑΚΕΛ ανέφερε επίσης ότι μέχρι τη στιγμή εκείνη δεν είχε εκπεφρασμένη θέση επί της απόφασης, εν αναμονή της συζήτησης του θέματος σε σύσκεψη των Λαϊκών Οργανώσεων το βράδυ της 14ης Απριλίου. Σύμφωνα με το ΑΚΕΛ, στις 7.45 το βράδυ συνεργείο του ΑΝΤ1 προσήλθε στο οίκημα των Λαϊκών Οργανώσεων, μέλη των οποίων διαμαρτυρήθηκαν έντονα προς τον δημοσιογράφο Γιάννη Σελινόπουλο για την προαγγελία του σταθμού. Ο Γραμματέας του ΑΚΕΛ Λυμπιών ζήτησε από το δημοσιογράφο να διορθωθεί το ρεπορτάζ και παράλληλα τέθηκε υπόψη του σημείωμα της Ομάδας Πρωτοβουλίας ότι είχε αποφασισθεί αναστολή της κατάληψης του δρόμου. Ο δημοσιογράφος επικοινώνησε με το σταθμό, αλλά του είπαν ότι δεν μπορούσε να γίνει αλλαγή. Ο διευθυντής ειδήσεων του ΑΝΤ1 και ο δημοσιογράφος Γιάννης Σελινόπουλος παρέθεσαν τις απόψεις του σταθμού, αναφέροντας ότι τεχνικά ήταν αδύνατο να γίνει αλλαγή στο ρεπορτάζ λόγω της ώρας. Το επίμαχο σημείο του ρεπορτάζ ανέφερε: «Δεύτερες σκέψεις για το θέμα, οι οποίες οδηγούν πιθανότατα σε διάσπαση των Λυμπιανών κάνει το ΑΚΕΛ. Το χωριό θα επισκεφθεί απόψε ο κεντρικός οργανωτικός γραμματέας του ΑΚΕΛ Φανής Χριστοδούλου. Ενδεικτικό της διάσπασης είναι το γεγονός ότι οι αποφάσεις που έλαβε σήμερα η ομάδα πρωτοβουλίας για αποκοπή του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας-Λάρνακας, δεν έχουν προς το παρόν τις ευλογίες του Κοινοτικού Συμβουλίου, την πλειοψηφία του οποίου έχει το ΑΚΕΛ». Δέκα περίπου λεπτά μετά τη μετάδοση του ρεπορτάζ ο κ. Σελινόπουλος μετέδωσε από τα Λύμπια τηλεφωνική ανταπόκριση, στην οποία ανέφερε ότι «…αυτό το οποίο λέγεται από τα μέλη της τοπικής επιτροπής του ΑΚΕΛ είναι ότι το ΑΚΕΛ διαφωνεί μεν με την αυριανή αποκοπή του δρόμου όπως έχει προγραμματισθεί από την ομάδα πρωτοβουλίας, αλλά ωστόσο τονίζουν ότι στο κεντρικό σημείο δεν υπάρχει διαφορετική απόφαση, δηλαδή να μην αντιτίθεται στη δημιουργία ΧΥΤΑ στην περιοχή». Ανέφερε επίσης, ότι «υπάρχει μια πληροφορία εδώ στα Λύμπια η οποία αναφέρει ότι υπάρχει ενδεχόμενο τελικά ο αυτοκινητόδρομος Λευκωσίας-Λάρνακας να μην αποκοπεί από την ομάδα πρωτοβουλίας, διότι γίνονται δεύτερες σκέψεις». Ο διευθυντής ειδήσεων του ΑΝΤ1 και ο κ. Σελινόπουλος ανέφερε ότι οι πληροφορίες για αντίθεση της τοπικής επιτροπής του ΑΚΕΛ Λυμπιών στην κατάληψη του δρόμου Λευκωσίας-Λάρνακας προέρχονταν από τοπικά στελέχη του ΑΚΕΛ και ήταν ακριβείς. Ο κ. Σελινόπουλος είπε ότι ζήτησε τη θέση του ΑΚΕΛ επί του θέματος, αλλά κανένας δεν αναλάμβανε την ευθύνη να συνδεθεί τηλεφωνικώς με το δελτίο ειδήσεων του ΑΝΤ1 και να την πει επίσημα, γιατί δεν υπήρχε απόφαση της τοπικής επιτροπής. Ο ανέφερε ότι ο ΑΝΤ1 μετέδωσε επίσης ανακοίνωση που εξέδωσε το ΑΚΕΛ στις 16 Απριλίου, 2007, που αποτελούσαν απάντηση σε ανακοίνωση του σταθμού και στην οποία αναφέρονταν οι θέσεις του για τις δυναμικές κινητοποιήσεις. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε από μαγνητοσκόπηση του δελτίου ειδήσεων του σταθμού. Η Επιτροπή, αφού στάθμισε όλα τα δεδομένα, θεωρεί ότι θα συνιστούσε υπέρμετρο περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης η αποφυγή ή η επιβολή στα ΜΜΕ αποφυγής μετάδοσης πληροφοριών, που προέρχονται από πηγές, οι οποίες δεν αναφέρονται και τις οποίες οι δημοσιογράφοι έχουν δικαίωμα να μη αποκαλύπτουν. Πάγια πρακτική της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας είναι ότι, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πληροφορίες δεν αναφέρονται σε γεγονότα τα οποία μπορούν να επιβεβαιωθούν από ανεξάρτητες πηγές ή σε δηλώσεις που αποδίδονται σε συγκεκριμένες πηγές, οι οποίες μπορούν να τις επιβεβαιώσουν ή να τις διαψεύσουν, το κριτήριο συμμόρφωσης προς τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας είναι η παροχή στους επηρεαζόμενους της ευκαιρίας να αντικρούσουν τις πληροφορίες. Ο ΑΝΤ1 έδωσε την ευκαιρία στο τοπικό ΑΚΕΛ Λυμπιών να παρουσιάσει τις θέσεις του (έστω και αν δεν ήταν δυνατό να υλοποιηθεί εν αναμονή επίσημης απόφασης) και μετέδωσε την ανακοίνωση του ΑΚΕΛ στις 16 Απριλίου, 2007, στην οποία παρέθετε τις θέσεις του, εκφράζοντας, ανάμεσα σε άλλα τις ανησυχίες του για την πιθανή έκβαση δυναμικών κινητοποιήσεων υπό το πρίσμα της έντασης που επικρατούσε. Αν και η χρησιμοποίηση των φράσεων «διασπαστική ενέργεια» στην προαγγελία του ΑΝΤ1 και «οδηγούν πιθανότατα σε διάσπαση των Λυμπιανών» είναι δυνατό να θεωρηθούν ατυχείς, υπό το φως των ανωτέρω η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν ευσταθεί το παράπονο για μετάδοση ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών, εφ’ όσον δόθηκε η ευκαιρία αντίκρουσης των πληροφοριών και μεταδόθηκε απαντητική ανακοίνωση του ΑΚΕΛ επί του όλου θέματος.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
19/2006
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
14/07/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο εναντίον της εφημερίδας «Πολίτης» για δημοσίευμα για ομοφυλοφιλικές σχέσεις Αρχιμανδρίτη της Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού με νεαρό. Εκ μέρους του υποβαλόντος το παράπονο Πρωτοπρεσβύτερου Χρήστου Αναξαγόρα προσήλθαν και παράθεσαν τις θέσεις και απόψεις τους οι κ.κ. Γιώργος Ηλιάδης και Σταύρος Ολύμπιος και εκ μέρους της εφημερίδας ο αρχισυντάκτης κ. Σωτήρης Παρούτης. Τα γεγονότα Από τα έγγραφα που υποβλήθηκαν και την παράθεση των απόψεων των δύο πλευρών, προκύπτουν τα ακόλουθα κοινώς αποδεκτά ή μη αμφισβητηθέντα γεγονότα: Στις 14 Ιουλίου, 2006, ο «Πολίτης» πήρε σε φάκελο από άγνωστο αποστολέα ένα ψηφιακό δίσκο με φωτογραφίες και μια ηχογραφημένη συνομιλία. Αφού οι υπεύθυνοι της εφημερίδας εξέτασαν το περιεχόμενο του δίσκου κάλεσαν τον κ. Γιώργο Ηλιάδη, ως έχοντα στενή επαφή με το Μητροπολίτη Λεμεσού και του έθεσαν υπόψη το περιεχόμενο. Ο κ. Ηλιάδης αναγνώρισε στις φωτογραφίες συγκεκριμένο Αρχιμανδρίτη. Ο Αρχιμανδρίτης, λόγω αρχαιότητας, είναι ο δεύτερος τη τάξη στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού, προϊστάμενος της Φιλοπτώχου και υπεύθυνος των παιδικών κατασκηνώσεων της Μητρόπολης και εξομολογητής. Οι αποδιδόμενες στον Αρχιμανδρίτη ομοφυλοφιλικές σχέσεις συνιστούν λόγο καθαίρεσης. Η εφημερίδα «Πολίτης» δημοσίευσε στις 20 Ιουλίου είδηση περί ύπαρξης πορνογραφικού υλικού που ενοχοποιούσε κληρικό, στις 21 Ιουλίου είδηση περί αμφισβήτησης της γνησιότητας των φωτογραφιών από τη Μητρόπολη Λεμεσού και περί συζήτησης του θέματος μεταξύ του Τοποτηρητή του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου και του Μητροπολίτη Λεμεσού, στις 22 Ιουλίου είδηση περί διεξαγωγής αστυνομικής έρευνας για το θέμα και στις 23 Ιουλίου, 2006, είδηση υπό τον τίτλο «Ροζ σκάνδαλο στη Μητρόπολη Λεμεσού», συνοδευόμενο από δύο φωτογραφίες ενός ιερωμένου, κατονομάζοντας τον φερόμενο ως εμπλεκόμενο Αρχιμανδρίτη. Οι θέσεις των δύο πλευρών Στην κατάθεσή του ενώπιον υποεπιτροπής της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, ο κ. Ηλιάδης αμφισβήτησε τη γνησιότητα των φωτογραφιών και ανέφερε ότι η ηχογραφημένη συνομιλία ήταν προϊόν μοντάζ. Οι κ.κ. Ηλιάδης και Σταύρος Ολύμπιος χαρακτήρισαν το δημοσίευμα βάναυσο και δήλωσαν ότι οδηγεί σε δολοφονία χαρακτήρος, ότι ήταν γραμμένο κατά τρόπο που παραβιάζει τη δεοντολογία και το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και ότι ο χρόνος της δημοσίευσης υποκρύπτει σκοπιμότητες, εν όψει της προεκλογικής εκστρατείας για τις Αρχιεπισκοπικές εκλογές, με στόχο να πληγεί ο Μητροπολίτης Λεμεσού. Ο κ. Παρούτης ανέφερε ότι οι υπεύθυνοι της εφημερίδας αποφάσισαν να προβούν στη δημοσίευση αφού έλαβαν επιστημονική γνωμάτευση για τη γνησιότητα των φωτογραφιών και του ηχητικού, και πείσθηκαν για την ακρίβεια των πληροφοριών και του περιεχομένου ένορκης κατάθεσης του εμπλεκόμενου νεαρού. Είπε ότι η εφημερίδα θα ανέμενε το αποτέλεσμα της διερεύνησης του θέματος από το Μητροπολίτη Λεμεσού και αποφάσισε να προχωρήσει στη δημοσίευση ύστερα από ανακοίνωση του Μητροπολίτη ότι είχε καταγγελθεί υπόθεση σκευωρίας στην Αστυνομία, παρά το γεγονός ότι με τον κ. Ηλιάδη είχε συμφωνηθεί από κοινού διερεύνησης της γνησιότητας των φωτογραφιών. Ο κ. Παρούτης ανέφερε ότι η εφημερίδα αποφάσισε να προβεί στη δημοσίευση των πληροφοριών της, επειδή έκρινε ότι ο Αρχιμανδρίτης, λόγω της θέσης και των αρμοδιοτήτων του, είναι δημόσιο πρόσωπο και η ιδιωτική του ζωή ή δραστηριότητες σε σχέση με τη θέση και τις αρμοδιότητές του, ήταν δημοσίου ενδιαφέροντος. Επίσης ανέφερε ότι η εφημερίδα δεν θεώρησε αναγκαίο να θέσει το θέμα στον ίδιο τον άμεσα ενδιαφερόμενο, επειδή έκρινε ότι ήταν αρκετή η ενημέρωση, με σκοπό διερεύνησης της υπόθεσης, του Μητροπολίτη Λεμεσού, ως πνευματικού πατέρα και προϊσταμένου του Αρχιμανδρίτη. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Επιτροπή, αφού εξέτασε το περιεχόμενο του δημοσιεύματος, όλο το υλικό που τέθηκε στη διάθεσή της και τις θέσεις που παρέθεσαν προφορικά οι δύο πλευρές, αποφάσισε ότι ο φερόμενος ως εμπλεκόμενος στην υπόθεση Αρχιμανδρίτης, λόγω της θέσης που κατέχει, ως δεύτερος της τάξη στη Μητρόπολη Λεμεσού, και των αρμοδιοτήτων του, ως προϊσταμένου της Φιλοπτώχου της Μητρόπολης, υπεύθυνου των παιδικών κατασκηνώσεων και εξομολογητή, είναι δημόσιο πρόσωπο και η ιδιωτική του ζωή σχετίζεται άμεσα με τη θέση και τις αρμοδιότητές του και επομένως η εφημερίδα είχε το δικαίωμα να ασχοληθεί με αυτή, λαμβάνοντας όμως υπόψη το γράμμα και το πνεύμα των υπολοίπων προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι οι λεπτομέρειες που παρατέθηκαν, ο τρόπος παρουσίασης του θέματος και το ύφος του δημοσιεύματος καθώς και η δημοσίευση των φωτογραφιών που συνόδευαν την είδηση, παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματά του Αρχιμανδρίτη και πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι το περιεχόμενο της είδησης συνιστά παραβίαση των προνοιών του Κώδικα περί σεβασμού του τεκμηρίου της αθωότητας και αποφυγής διασυρμού ή διαπόμπευσης. Περαιτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι παραβιάστηκαν οι πρόνοιες περί μη λήψης φωτογραφιών με δόλιο τρόπο. Επί του προκειμένου, η Επιτροπή έκρινε ότι για τους σκοπούς της εξέτασης του παραπόνου δεν ήταν αναγκαίο να αποφανθεί περί της γνησιότητας ή όχι των φωτογραφιών. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι, παρά το γεγονός πως ενημερώθηκε δι’ αντιπροσώπου ο Μητροπολίτης Λεμεσού, το θέμα θα έπρεπε να τεθεί υπόψη του ίδιου του Αρχιμανδρίτη για να παραθέσει τις απόψεις του, σύμφωνα με την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί παροχής του δικαιώματος απαντήσεως στους άμεσα επηρεαζομένους στην κατάλληλη περίπτωση. Η Επιτροπή θεωρεί ελαφρυντικό στοιχείο το γεγονός ότι οι καθ’ ων το παράπονο προέβησαν σε σειρά ενεργειών για να εξακριβώσουν το αληθές των ισχυρισμών, το οποίο όμως δεν αίρει τις προαναφερθείσες παραβιάσεις.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
7/2007
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
28/06/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο ότι ρεπορτάζ που μεταδόθηκαν από τους τηλεοπτικούς σταθμούς ΑΝΤ1 και ΡΙΚ για το λιθοβολισμό νεαρής Ιρακινής στις 18/5/2007, επειδή διατηρούσε σχέσεις με νεαρό άλλης θρησκευτικής αίρεσης, περιείχαν σκηνές βίας, που θα ήταν δυνατό να προκαλέσουν φρίκη ή αποτροπιασμό. Η Επιτροπή, αφού είδε τα ρεπορτάζ, διαπίστωσε ότι, παρά το βίαιο χαρακτήρα του γεγονότος στα οποία αναφέρονταν, δεν περιείχαν σκηνές που θα μπορούσαν να προκαλέσουν φρίκη ή αποτροπιασμό και δεν έρινε ότι επιβαλλόταν να ζητηθούν οι απόψεις των δύο τηλεπιτκών σταθμών. Ως εκ τούτου η επιτροπή αποφάσισε ότι το παράπονο δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό.
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
8/2007
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
24/05/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο ότι τα ΜΜΕ ενημέρωσης, στις ειδήσεις τους για ένοπλη ληστεία σε τράπεζα και φόνο στη Λάρνακα (Μάιος, 2007) παραβίασαν το τεκμήριο αθωότητας του συλληφθέντος ως υπόπτου. Η Επιτροπή έχει ασχοληθεί επανειλημμένα με το θέμα της μεταχείρισης υπόπτων από τα ΜΜΕ και εκδώσει αποφάσεις και κατευθυντήριες αρχές. Εν προκειμένω, υπενθυμίζει ανακοίνωσή της, ημερομηνίας 29ης Ιουλίου, 2004, προς τα ΜΜΕ, στην οποία εξέφρασε ανησυχία για "τον τρόπο μεταχείρισης υπόπτων και ιδιαίτερα το γεγονός ότι παραβιάζεται κατάφωρα το τεκμήριο της αθωότητας και διασύρονται ή διαπομπεύονται άτομα, των οποίων η ενοχή δεν έχει αποδειχθεί σε αρμόδιο δικαστήριο" και αποδοκίμασε το γεγονός ότι "έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ δημοσίευσαν ή μετέδωσαν ρεπορτάζ τα οποία τείνουν να δημιουργήσουν στη συνείδηση του κοινού συμπεράσματα περί ενοχής των υπόπτων". Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η προστασία του τεκμηρίου της αθωότητας των υπόπτων με βάση, τόσο τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας όσο και τη νομοθεσία, είναι απόλυτη και ότι είναι ανεπίτρεπτη η δημοσίευση ή μετάδοση ισχυρισμών που δεν έχουν υποβληθεί στη βάσανο της δικαστικής εξέτασης, κατά τρόπο που να φαίνονται ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται εντυπώσεις περί ενοχής των υπόπτων. Οσον αφορά την περίπτωση στην οποία αναφέρεται το παράπονο, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ μετάδωσαν ζωντανά δηλώσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης και άλλα ΜΜΕ τις αναπαρήγαγαν. Η Επιτροπή αποδοκίμασε τις δηλώσεις, που έτειναν να δημιουργήσουν εντυπώσεις και να προκαθορίσουν τη συμπεριφορά των ΜΜΕ, αλλά σημείωσε ότι με βάση τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, δηλώσεις επισήμων εκφεύγουν της αρμοδιότητας της. Για το λόγο αυτό και λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα και ιδιαίτερα το γεγονός ότι το παράπονο δεν αφορούσε σε συγκεκριμένα ΜΜΕ, αλλά γενικά όλα τα ΜΜΕ, αποφάσισε ότι υπό τις περιστάσεις δεν θα ήταν δυνατό να τεκμηριωθεί παραβίαση προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Ωστόσο, η Επιτροπή τονίζει ότι η παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας υπόπτων από άλλα άτομα, και δη επισήμους, δεν απαλλάσσει τα ΜΜΕ και τους λειτουργούς τους, της υποχρέωσής τους να τηρούν πλήρως τις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
29/2006
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
24/05/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε άρθρο της κ. Ανδρούλας Γκιούρωφ στην έκδοση της «Χαραυγής», ημερομηνίας 6 Δεκεμβρίου, 2006, σε σχέση με επικριτικά δημοσιεύματα των εφημερίδων «Πολίτης» και «Αλήθεια» για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Πρόεδρο της Βουλής, στο οποίο έθετε το ερώτημα που βρίσκονταν «οι προασπιστές των θεσμών», με απαξιωτική αναφορά στην Ενωση Συντακτών Κύπρου και στην Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Ως προς την Επιτροπή, το άρθρο έθετε τα ερωτήματα: «…Και εκείνη η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας δεν χαμπαριάζει από αυτές τις αήθειες; «Ή μήπως φτιάχνονται επιτροπές και επιτρόποι για να διορίζονται μέλη άσχετοι με το αντικείμενο στο οποίο θεωρούνται ως καθ’ ύλην αρμόδιοι να επιλαμβάνονται τέτοιων απαράδεκτων συμπεριφορών;» Η Επιτροπή, με επιστολές της στις 22 Ιανουαρίου, 2007 και 20 Φεβρουαρίου, 2007, ζήτησε από την κ. Γκιούρωφ να αναφέρει συγκεκριμένα δημοσιεύματα, τα οποία θεωρούσε επιλήψιμα, προκειμένου να εξετασθεί συγκεκριμένο παράπονο. Ο Γραμματέας της Επιτροπής, σε προσωπική συνομιλία με την κ. Γκιούρωφ της ανέφερε ότι η Επιτροπή ενεργεί στο πλαίσιο που έθεσαν οι συστατικοί φορείς, το οποίο καθορίζει, μεταξύ άλλων, ότι εξετάζει υποθέσεις μόνο ύστερα από γραπτό παράπονο και ότι επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως θεμάτων μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η κ. Γκιούρωφ απάντησε με επιστολή της στις 25 Απριλίου, 2007, στην οποία ανέφερε ότι δεν ήθελε να προσβάλει «κανένα από τα μέλη της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, αλλά να ταρακουνήσω μιας, κατά την προσωπική μου άποψη, απάθειας από πλευράς θεσμοθετημένων οργάνων, όπως είναι η Ενωση Συντακτών και η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας όταν κρατικοί αξιωματούχοι και συγκεκριμένα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο Πρόεδρος της Βουλής ήταν στόχος μιας ανηλεούς και απαράδεκτης επίθεσης από μερίδα των ΜΜΕ εντύπων και ηλεκτρονικών”. Η κ. Γκιούρωφ δεν ανταποκρίθηκε στην παράκληση να παραθέσει συγκεκριμένα δημοσιεύματα, τα οποία θεωρούσε επιλήψιμα και έθεσε το ερώτημα γιατί, ενώ της αναφέρθηκε ότι «η Επιτροπή δεν αναλαμβάνει αυτεπάγγελτα να ερευνήσει τέτοιου είδους θέματα», «αυτεπάγγελτα έκρινε επιβεβλημένο να ασχοληθεί μόνο με το επίμαχο άρθρο μου». Η Επιτροπή επιλήφθηκε στο παρελθόν παραπόνων κρατικών αξιωματούχων ή αυτεπάγγελτα περιπτώσεων δημοσιευμάτων που αφορούσαν άμεσα στο πρόσωπο κρατικών αξιωματούχων, αλλά έκρινε ότι οι περιπτώσεις στις οποίες αναφερόταν η κ. Γκιούρωφ δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης εξέτασης. Οσον αφορά την αυτεπάγγελτη εξέταση του περιεχομένου του άρθρου της κ. Γκιούρωφ, η Επιτροπή έκρινε ότι όφειλε να ασχοληθεί με αυτό, γιατί συνιστούσε ασέβεια προς το θεσμό της αυτορρύθμισης που καθιέρωσαν οι φορείς, περιείχε προσβλητικούς χαρακτηρισμούς και συνιστούσε παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί υποχρεώσεως των ΜΜΕ να συνεργάζονται με την Επιτροπή.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
25/2006
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
08/03/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο του βουλευτή Αμμοχώστου κ. Νίκου Κουτσού για δημοσιεύματα της "Αλήθειας" με την υπογραφή του δημοσιογράφου Μιχάλη Θεοδώρου σχετικά με το θέμα των κονδυλίων της UNOPS και συνομιλία που είχε ο παραπονούμενος με το δημοσιογράφο. ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΚΑΙ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Ο κ. Κουτσού παραπονέθηκε ότι ο κ. Θεοδώρου σε ενυπόγραφο ρεπορτάζ του στις 10/10/06 στην "Αλήθεια" δεν είπε την αλήθεια σχετικά με τηλεφωνική συνομιλία που είχαν στις 8-9/10/06, κατά την οποία ο δημοσιογράφος ζήτησε δηλώσεις τις οποίες θα χρησιμοποιούσε στο πλαίσιο ετοιμασίας ρεπορτάζ για τα κονδύλια της UNOPS, θέμα που ήταν στην επικαιρότητα και συζητήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα στην Βουλή. Το θέμα είχε εγγράψει στη Βουλή ο κ. Κουτσού. Στην τηλεφωνική συνομιλία, ο κ. Κουτσού, που ήταν στο Manchester, αρνήθηκε να κάμει προφορικές δηλώσεις μέσω τηλεφώνου και εισηγήθηκε να του δοθούν γραπτές ερωτήσεις για να δώσει γραπτές απαντήσεις. Ζήτησε επίσης να μη γραφτεί οτιδήποτε ως δική του δήλωση. Ο δημοσιογράφος δεν έδωσε γραπτές ερωτήσεις. Ο κ. Θεοδώρου δημοσίευσε ρεπορτάζ για τις χρηματοδοτήσεις UNOPS με βάση τις συζητήσεις στη Βουλή, που περιλάμβαναν και καταθέσεις προσώπων και Μη Κυβερνητικών Οργανισμών (ΜΚΟ), για τους οποίους υπήρχαν ισχυρισμοί ότι πήραν χρηματοδοτήσεις. Οι ΜΚΟ διέψευσαν τους ισχυρισμούς του κ. Κουτσού για τις χρηματοδοτήσεις. Ο κ. Θεοδώρου δημοσίευσε το ρεπορτάζ του με τίτλο "ΔΙΑΨΕΥΔΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΟΥΤΣΟΥ και ανανεώνοντας τον Μακάρθι". Στο τέλος του ρεπορτάζ, ο κ. Θεοδώρου έκανε αναφορά στην τηλεφωνική συνομιλία του με τον κ. Κουτσού ως εξής: "Σε τηλεφωνική συνομιλία με την "Αλήθεια", ο ίδιος Βουλευτής αρνήθηκε να κάνει οποιαδήποτε δήλωση, αναφέροντας μόνο ότι "όσοι έχουν στοιχεία, θα έρθουν να τα καταθέσουν στην Βουλή"". Το μέρος αυτό του ρεπορτάζ αποτελεί το υπόβαθρο του παραπόνου. Τόσο ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας κ. Πάμπος Χαραλάμπους, όσο και ο δημοσιογράφος κ. Μιχάλης Θεοδώρου, παρά τις επανειλημμένες υπομνήσεις της Γραμματείας, αρνήθηκαν να παραθέσουν τις θέσεις τους και ανέφεραν ότι δεν ήθελαν να ασχοληθούν με το παράπονο, γεγονός το οποίο η Επιτροπή αποδοκίμασεε ως άρνηση συνεργασίας, όπως προβλέπεται στον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Επιτροπή, αφού εξέτασε το παράπονο του κ. Κουτσού, όπως διατυπώθηκε σε πεντασέλιδη επιστολή του, αποφάσισε ότι ήταν δικαίωμα του δημοσιογράφου να δημοσιεύσει πληροφορίες σχετικά με ένα θέμα που βρισκόταν στην επικαιρότητα και βρισκόταν υπό συζήτηση στη Βουλή, με πρωτοβουλία του κ. Κουτσού. Επίσης θεώρησε ότι ήταν δικαίωμά του και συμβατό με τις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας να κάμει αναφορά στο γεγονός ότι ο κ. Κουτσού αρνήθηκε να προβεί σε προφορικές δηλώσεις και στη δήλωσή του ότι "όσοι έχουν στοιχεία, θα έρθουν να τα καταθέσουν στην Βουλή"". Κατά συνέπεια δεν διαπιστώθηκε παραβίαση οποιασδήποτε πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Οσον αφορά στη μορφή, τον τόνο και τη φρασεολογία του ρεπορτάζ, διαπιστώθηκε ότι χρησιμοποιήθηκαν δόκιμοι όροι της πολιτικής συζήτησης και δημοσιογραφίας για άσκηση κριτικής για πολιτικό πρόσωπο και τις πολιτικές του δραστηριότητες και δεν περιλαμβάνονταν προσωπικές επιθέσεις ή ανακρίβειες. Εκφράζονταν διαφορετικές απόψεις, ερμηνείες και διατυπώνονταν αρνητικοί σχολιασμοί, γεγονός που είναι θεμιτό και κατοχυρωμένο από το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Η μορφή, ο τόνος και η φρασεολογία ήταν δικαιωματική επιλογή του δημοσιογράφου και δεν αποτελεί αφ΄ εαυτής παραβίαση οποιασδήποτε πρόνοιας του Κώδικα. Περαιτέρω η Επιτροπή διαπίστωσε πως το γεγονός ότι η "Αλήθεια" και ο κ. Θεοδώρου είχαν ασχοληθεί και σε άλλα δημοσιεύματά με το θέμα της UNOPS (22/10/07, 24/10/07, 25/10/07), γεγονός για το οποίο ο κ. Κουτσού παραπονέθηκε ότι "πρόκειται για ένα στημένο θέατρο όχι εναντίον των ιδεών μου, αλλά εναντίον της προσωπικότητας μου που άλλοι ενσυνείδητα και άλλοι ασυνείδητα πήραν μέρος" και δεδομένου ότι τα δημοσιεύματα δεν περιείχαν προσωπικές επιθέσεις, προσβολή η ανακρίβειες, αλλά κριτική για τις πολιτικές δραστηριότητες ενός πολιτικού και βουλευτή, δεν παραβιάζει οποιεσδήποτε πρόνοιες του Κώδικα. Η Επιτροπή επισημαίνει, εν προκειμένω, ότι με βάση το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, σε ένα πολιτικό ρεπορτάζ το εύρος, η διακύμανση θέσεων, σχολιασμού και ερμηνειών γεγονότων και στοιχείων είναι ευρύτατο και μπορεί να είναι αντιπαραθετικού (αν όχι και συγκρουσιακού) χαρακτήρα. Αυτή είναι αρετή της δημοκρατίας και ιερό προνόμιο της ελεύθερης πολιτικής έκφρασης και ανάλυσης. Οι πολιτικοί και οι δραστηριότητες τους υπόκεινται στον έλεγχο, τον έπαινο, την κριτική και υποστήριξη μέσα από εκφράσεις συμπάθειας και αντιπάθειας. Οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ είναι βασικοί δρώντες και μέσα αυτής της ελεύθερης έκφρασης για δημόσια θέματα, δημόσια πρόσωπα και δημόσιες δραστηριότητες. Δεν μπορεί οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ να λειτουργούν υπό καθεστώς πολιτικής φοβίας, κατά πόσο τα πολιτικά τους ρεπορτάζ δεν αρέσουν σε κάποιους πολιτικούς, υπό την προϋπόθεση του σεβασμού του "ιδιωτικού προσώπου" του πολιτικού. Η Επιτροπή δεν έκρινε σκόπιμο να εξετάσει παράπονο του κ. Θεοδώρου εναντίον του κ. Κουτσού για φραστική επίθεση, που διατυπώνεται σε επιστολή του προς τον Πρόεδρο της Ενωσης Συντακτών Κύπρου, η οποία κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή και αποτέλεσε μέρος των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν κατά την εξέταση της υπόθεσης, δεδομένου ότι ο κ. Θεοδώρου δεν υπέβαλε το παράπονό του προς την Επιτροπή και δεν θέλησε να παραθέσει τις απόψεις του, όπως του ζητήθηκε.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
28/2006
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
08/02/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο από το Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου του Υπουργείου Εσωτερικών ότι δημοσίευμα της «Αλήθειας» ημερομηνίας 26/11/2006 αποκάλυπτε προσωπικά δεδομένα των μελών οικογένειας Περσών αιτητών πολιτικού ασύλου, τα οποία περιλάμβαναν τα ονόματά τους και φωτογραφίες τους. Ο συντάκτης του σχετικού δημοσιεύματος, που αναφερόταν στο αίτημα της συζύγου και των δύο κοριτσιών Πέρση αιτητή ασύλου που εκρατείτο για τρεις μήνες προκειμένου να απελαθεί, να αφεθεί ελεύθερος, απάντησε ότι τα στοιχεία που ανέφερε είχαν δοθεί οικιοθελώς από τα μέλη της οικογένειας. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τα στοιχεία δόθηκαν από τα άτομα στα οποία αφορούσε το δημοσίευμα, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, αποφάσισε ότι δεν υπήρχε παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και μη αποκάλυψη προσωπικών στοιχείων. Ως προς το παράπονο του Διευθυντή Υπηρεσίας Ασύλου ότι αιτητές πολιτικού ασύλου δημοσιεύουν πληρωμένες διαφημίσεις προκειμένου να επικαλεσθούν αποκάλυψη της ταυτότητάς τους και να ασκήσουν πίεση για την εξασφάλιση πολιτικού ασύλου, η Επιτροπή αποφάσισε ότι το θέμα δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά της.
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
4/2007
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
08/02/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
Διευθετηθέν
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ασχολήθηκε με δημοσίευμα στο περιοδικό TV-Μανία, που αναφερόταν σε κατάθεση του Προέδρου του Δ.Σ. της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου στην Επιτροπή Εσωτερικών της Βουλής και ειδικότερα με αναφορά στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ζήτησε από την ΑΡΤΚ να εξετάσει παράπονα εναντίον ραδιοτηλεοπτικών σταθμών. Η Επιτροπή απηύθυνε προς τον αρχισυντάκτη του περιοδικού την πιο κάτω επιστολή, που δημοσιεύθηκε σε επόμενη έκδοσή του, στην οποία παρατίθενται οι θέσεις της Επιτροπής επί του θέματος: "Κύριε, Αναφορικά με σχόλιό σας που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό TV-Μανία, Τεύχος 693 (3-9 Μαρτίου, 2007), σχετικά με μη «καταγγελία» παραπόνων εναντίον τηλεοπτικών σταθμών από την Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας προς την ΑΡΤΚ, και αντιπαρερχόμενοι την αναφορά σας στα δεκάχρονα της Επιτροπής, θα θέλαμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα και σας καλούμε να τα δημοσιεύσετε καθηκόντως. Οι φορείς των δημοσιογράφων, των εκδοτών και όλων των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών που καθίδρυσαν την επιτροπή επέλεξαν όπως παραβιάσεις του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξετάζονται με βάση την αυτορρύθμιση και σαφώς απέκλεισαν την επιβολή οιασδήποτε ποινής ή επιδίκαση αποζημιώσεων. Η αρχή αυτή ισχύει σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Το άρθρο 41Α του Νόμου περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών (Αριθμός 7 (Ι) του 1998) καθορίζει ότι η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις (πρόστιμο το οποίο είναι εισπρακτέο με καταναγκαστικά μέτρα) για παραβίαση των Κανονισμών, μεταξύ των οποίων και «του κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας όπως αυτός καθορίζεται σε Κανονισμούς έπειτα από σχετική αίτηση της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας». Επομένως, ουδένα θα πρέπει να εκπλήττει το γεγονός ότι η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας δεν υπέβαλε ποτέ αίτημα για επιβολή ποινής από την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης. Εξ άλλου, από την πρόνοια του νόμου προκύπτει ότι η υποβολή αίτησης είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας προϋπήρξε της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης, η οποία εφαρμόζει σχεδόν ταυτόσημο Κώδικα Δεοντολογίας με εκείνο της Επιτροπής. Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, με βάση τις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας έχει εξετάσει σειρά παραπόνων εναντίον τηλεοπτικών σταθμών και εξέδωσε αποφάσεις με βάση την πιο πάνω φιλοσοφία και προσέγγισή του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή πιστεύει ότι η επιβολή ποινών είναι δυνατό να παραβιάσει το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, η οποία όχι μόνο προστατεύεται από τις Διεθνείς Συμβάσεις, που θεωρούνται νόμοι αυξημένης ισχύος, αλλά και να οδηγήσει στη φίμωση των ΜΜΕ ενημέρωσης. Παράπονα εναντίον του περιοδικού σας και των εκδοτών σας ορθώς εξετάστηκαν με βάση την αυτορρύθμιση και ορθώς δεν παραπέμφθηκαν για επιβολή διοικητικών κυρώσεων, πράγμα για το οποίο είμαστε βέβαιοι ότι θα συμφωνείτε".
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
3/2007
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
08/02/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο ότι ρεπορτάζ του τηλεοπτικού σταθμού ΣΙΓΜΑ που αναφερόταν σε αθωωθέντα κατηγορούμενο για διαφθορά ανηλίκου κάτω των 13 ετών παραβίαζε το τεκμήριο αθωότητας του αθωωθέντος και τον διέσυρε. Το παράπονο υποβλήθηκε από τους δικηγόρους του αθωωθέντος, οι οποίοι υποστήριξαν ότι το ρεπορτάζ αναφερόταν σε σεξουαλική κακοποίηση ανήλικης από τον πατέρα της, που άρχισε από τα 7της χρόνια, η οποία σήμερα είναι 19 ετών. Επί πλέον αναφερόταν στην αθώωση του πατέρα ύστερα από δικαστική διαδικασία πέντε χρόνων και περιλάμβανε δήλωση της μητέρας του κοριτσιού, που μεταξύ άλλων απευθυνόταν σε άλλους γονείς να είναι προσεκτικοί. Σύμφωνα με το παράπονο, στο ρεπορτάζ αφηνόταν να εννοηθεί ότι ο πατέρας είναι ένοχος για το αδίκημα για το οποίο είχε αθωωθεί και ότι με αυτό τον τρόπο διασυρόταν η υπόληψη του ιδίου και της οικογένειάς του. Στο παράπονο γινόταν αποδεκτό ότι δεν είχε γίνει αναφορά σε ονόματα, αλλά επειδή η υπόθεση ήταν γνωστή στην επαρχία που αναφερόταν στα γεγονότα της δικαστικής υπόθεσης, τα στοιχεία που περιείχε το ρεπορτάζ οδηγούσαν στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αθωωθέντος και ότι στην πραγματικότητα οι δικηγόροι είχαν ειδοποιηθεί από άλλα άτομα που είχαν ακούσει προαγγελία της είδησης από το ΣΙΓΜΑ. Οι δικηγόροι του ΣΙΓΜΑ υποστήριξαν ότι στο ρεπορτάζ δεν αναφέρονταν οποιαδήποτε στοιχεία που να οδηγούν στην αποκάλυψη της ταυτότητας οποιουδήποτε ατόμου. Επί πλέον, ανέφεραν ότι το ρεπορτάζ συνιστούσε παρουσίαση είδησης στην εφημερίδα "Σημερινή", στην οποία επίσης δεν περιέχονταν στοιχεία που να αποκαλύπτουν την ταυτότητα οποιουδήποτε. Η θέση των δικηγόρων του ΣΙΓΜΑ ήταν ότι μόνο οι άμεσα εμπλεκόμενοι στην υπόθεση θα ήταν δυνατό να οδηγηθούν από το ρεπορτάζ σε συμπεράσματα για την ταυτότητα των ατόμων στα οποία αναφερόταν το ρεπορτάζ. Η Επιτροπή, αφού μελέτησε τις θέσεις των δύο πλευρών και είδε το ρεπορτάζ από μαγνητοσκόπηση, διαπίστωσε ότι από τα αναφερόμενα στοιχεία δεν ήταν δυνατό να οδηγηθεί κάποιος στην ταυτότητα οποιουδήποτε από τα άτομα στα οποία γινόταν αναφορά. Επί πλέον, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το ΣΙΓΜΑ είχε μεριμνήσει ώστε η ταυτότητα της γυναίκας που παρουσιαζόταν ως μητέρα του κοριτσιού να αποκρυβεί αποτελεσματικά. Ως εκ τούτου η Επιτροπή αποφάσισε ότι το παράπονο δεν ευσταθεί.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
2/2007
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
18/01/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, με βάση την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για αυτεπάγγελτη εξέταση σοβαρών υποθέσεων, επιλήφθηκε του θέματος της μετάδοσης τηλεοπτικού ρεπορτάζ από το ΡΙΚ για «γυναίκα αστυνομικό» που φέρεται να βιντεογραφήθηκε σε προσωπικές στιγμές. ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ: Στις 9 Ιανουαρίου, 2007, η τηλεόραση του ΡΙΚ μετέδωσε στο κεντρικό τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων ρεπορτάζ με εικόνες, οι οποίες φέρονται να παρουσίαζαν «αστυνομικίνα να επιδίδεται σε σεξουαλικές πράξεις». Ο ρεπόρτερ παρέθεσε στοιχεία για την περιοχή στην οποία υπηρετεί η γυναίκα αστυνομικός και ανέφερε ότι η ηγεσία της Αστυνομίας «μελετά τη λήψη μέτρων» εναντίον της. Στο ίδιο ρεπορτάζ μεταδόθηκαν δηλώσεις της Επιτρόπου Προσωπικών Δεδομένων Γιούλας Φράγκου, που ανέφερε ότι η μετάδοση εικόνων που λήφθηκαν σε ιδιωτικές στιγμές συνιστά παραβίαση της νομοθεσίας. Ο Αρχηγός της Αστυνομίας Χαράλαμπος Κουλέντης παρενέβη τηλεφωνικώς και αποδοκίμασε τη μετάδοση του ρεπορτάζ και των εικόνων, ως «κατάντια» του κρατικού καναλιού, καθώς και το γεγονός ότι αναφέρθηκαν στοιχεία για την ταυτότητα της γυναίκας και διέψευσε κατηγορηματικά ότι μελετάται η λήψη μέτρων εναντίον της. Η παρουσιάστρια του δελτίου ειδήσεων επέμενε ότι στο ρεπορτάζ δεν είχε αναφερθεί ότι μελετάται η λήψη μέτρων. Επίσης παρενέβη ο Διευθυντής του Τμήματος Ειδήσεων Γιάννης Καρεκλάς, ο οποίος υποστήριξε ότι στόχος του ρεπορτάζ ήταν να εκτεθεί ο δράστης που κυκλοφόρησε το βίντεο. Ο κ. Κουλέντης παρατήρησε ότι, αντίθετα, με το ρεπορτάζ θυματοποιήθηκε η γυναίκα και δινόταν η εντύπωση ότι εζητείτο η τιμωρία της και εξέφρασε απορία για ποιο λόγο να τιμωρηθεί. Στις 10 Ιανουαρίου, 2007, το θέμα αποτέλεσε αντικείμενο εκτεταμένης συζήτησης στην εκπομπή Από Μέρα σε Μέρα, στην οποία πήραν μέρος ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης Σοφοκλής Σοφοκλέους, η Επίτροπος Προσωπικών Δεδομένων Γιούλα Φράγκου και ο Διευθυντής του Τμήματος ειδήσεων του ΡΙΚ Γιάννης Καρεκλάς. Ο κ. Σοφοκλέους είπε ότι δεν ανέμενε ότι το ΡΙΚ θα μετέδιδε τέτοιο ρεπορτάζ και υπέδειξε ότι διασύρθηκε μια αστυνομικός. Η κ. Φράγκου παρατήρησε ότι υπάρχει θέμα παράβαση της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα και υπέδειξε ότι είναι διαφορετικό το να γίνει βιντεογράφηση με τη συγκατάθεση κάποιου και άλλο το να μεταδοθεί χωρίς τη συγκατάθεση του. Ο κ. Καρεκλάς υποστήριξε και πάλι ότι σκοπός του ρεπορτάζ ήταν να εκτεθεί ο δράστης που κυκλοφόρησε το βίντεο και απολογήθηκε αν υπήρξαν ατυχείς αναφορές στο ρεπορτάζ και για οποιαδήποτε αναστάτωση είχε προκληθεί, έστω και αν λήφθηκε πρόνοια να καλυφθεί η ταυτότητα της γυναίκας. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Επιτροπή ζήτησε τις απόψεις του ΡΙΚ, αλλά δεν έχουν δοθεί, ως όφειλε, με βάση τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και είδε από μαγνητοσκόπηση το επίμαχο ρεπορτάζ και τις συζητήσεις γύρω από το θέμα και έλαβε υπόψη τις θέσεις που ανέπτυξε ο Διευθυντής του Τμήματος Ειδήσεων Γιάννης Καρεκλάς από τηλεοράσεως. Η Επιτροπή σημείωσε την απολογία του κ. Καρεκλά, που εξέφρασε θλίψη για λέξεις και ατυχείς αναφορές στο ρεπορτάζ και για «οποιαδήποτε αναστάτωση είχε προκληθεί σε τηλεθεατές και στα πρόσωπα που θίγονται», έστω και αν λήφθηκε πρόνοια να καλυφθεί η ταυτότητα της γυναίκας. Η Επιτροπή σημείωσε επίσης τη θέση του ότι το ρεπορτάζ σκοπό είχε να εκθέσει το δράση που δημοσιοποίησε το βίντεο, αλλά διαπίστωσε ότι στην πράξη εξέθεσε και θυματοποίησε τη γυναίκα. Η Επιτροπή διαπίστωσε περαιτέρω ότι το ρεπορτάζ περιείχε λεπτομέρειες προσωπικών δεδομένων και αναφορές στην ιδιωτική ζωή και ως εκ τούτου συνιστά παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί σεβασμού της υπόληψης και της ιδιωτικής ζωής. Αποφάσισε επίσης, υπό το φως και της κατηγορηματικής διάψευσης από τον Αρχηγό της Αστυνομίας, ότι ο ισχυρισμός για πρόθεσης της ηγεσίας της Αστυνομίας να πάρει μέτρα εναντίον της γυναίκας-αστυνομικού συνιστά παραβίαση της πρόνοιας περί μη μετάδοσης ανακριβών, παραπλανητικών ή φανταστικών πληροφοριών. Περαιτέρω, η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας διαπίστωσε ότι το περιεχόμενο του ρεπορτάζ, οι εικόνες που προβλήθηκαν και η μετάδοσή του -και μάλιστα σε ώρα οικογενειακής ζώνης και υψηλής τηλεθέασης- δεν συνάδουν προς την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ότι το επαγγελματικό επίπεδο των λειτουργών των ΜΜΕ πρέπει να είναι της υψηλότερης δυνατής στάθμης. Η Επιτροπή, έχοντας υπόψη την υψηλή αποστολή των ΜΜΕ, καλεί τους αρμοδίους του ΡΙΚ να μεριμνήσουν ώστε να μη υπάρξει επανάληψη ανάλογων περιπτώσεων.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
1/2007
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
11/01/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε αυτεπαγγέλτως του θέματος της κατ’ επανάληψη και κατά κόρον προβολής από τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης και της δημοσίευσης στα έντυπα μέσα σκηνών του απαγχονισμού του Σάταμ Χουσέιν. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι ο απαγχονισμός του Σάταμ Χουσέιν ήταν θέμα μεγάλου παγκόσμιου ενδιαφέροντος και δεν ήταν δυνατό να αγνοηθεί από τα ΜΜΕ, αλλά εκφράζει ιδιαίτερη απαρέσκεια για το γεγονός ότι οι σκηνές αυτές προβλήθηκαν κατά τρόπο επίμονο, κατ’ επανάληψη και καθ’ υπερβολή και μάλιστα σε ώρες κατά τις οποίες παρακολουθούν τηλεόραση και παιδιά. Η Επιτροπή τονίζει την υποχρέωση των λειτουργών των ΜΜΕ όπως κατά το χειρισμό των θεμάτων τους λαμβάνουν υπόψη και τηρούν τις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και «είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στην παρουσίαση θεμάτων όπως η βία, το έγκλημα, ο ανθρώπινος πόνος και ο θάνατος, καθώς και πληροφοριών ή εικόνων που μπορούν να προκαλέσουν πανικό ή φρίκη ή αποτροπιασμό». Εχοντας υπόψη την επίδραση που έχουν τέτοιες εικόνες, ιδιαίτερα σε ανήλικους και με τρομακτικό δεδομένο ότι πέντε παιδιά σε διάφορες χώρες «μιμήθηκαν» τις σκηνές απαγχονισμού και έχασαν τη ζωή τους, η Επιτροπή καλεί τους λειτουργούς των ΜΜΕ να επιδεικνύουν ευαισθησία και να λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις. Η Επιτροπή τονίζει επίσης την ανάγκη όπως επιδεικνύεται σχολαστικότητα στην παροχή προειδοποίησης για τη μετάδοση λεπτομερειών ή την προβολή εικόνων που είναι δυνατό να ενοχλήσουν, να προκαλέσουν φρίκη ή πανικό ή ακόμη και μίμηση.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
24/2006
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
11/01/2007
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε του θέματος της δημόσιας καταγγελίας του τέως Προέδρου της Λαϊκής Τράπεζας κ. Κίκη Λαζαρίδη ότι ο Αντιπρόεδρος του Ομίλου Marfin κ. Ανδρέας Βγενόπουλος του είχε ζητήσει κατάλογο των οικονομικών συντακτών και βιογραφικά στοιχεία τους, με σαφή υπονοούμενα ότι σκοπός του ήταν να εξαγοράσει τη συνεργασία τους για προώθηση των σχεδιασμών της Marfin. Η Επιτροπή ενημερώθηκε για τη δήλωση του Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας κ. Χριστόδουλου Χριστοδούλου ότι από την έρευνα που έγινε από λειτουργό της Κεντρικής Τράπεζας προέκυψε ότι οι καταγγελίες δεν στοιχειοθετήθηκαν, γιατί ο κ. Λαζαρίδης «στο παρόν στάδιο δεν ήταν διατεθειμένος να προχωρήσει το θέμα». Υπό το φως της εξέλιξης αυτής, η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν τεκμηριώθηκε υπόθεση για χρηματισμό δημοσιογράφων. Η Επιτροπή τονίζει για άλλη μια φορά ότι θα πρέπει να αποφεύγονται δηλώσεις που θίγουν το δημοσιογραφικό επάγγελμα και αφήνουν εκτεθειμένους λειτουργούς των ΜΜΕ.