*Οι παλαιότερες αποφάσεις της ΕΔΔ αναδημοσιεύονται από το αρχείο και δεν έχει γίνει καμία παρέμβαση στο περιεχόμενό τους.
*Οι παλαιότερες αποφάσεις της ΕΔΔ αναδημοσιεύονται από το αρχείο και δεν έχει γίνει καμία παρέμβαση στο περιεχόμενό τους.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
2/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
14/04/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε υπόθεσης που αφορά σε αντιπαράθεση μεταξύ των δημοσιογράφων κ. Μιχάλη Χατζηβασίλη της εφημερίδας «Φιλελεύθερος» και κ. Κώστα Κωνσταντίνου, της εφημερίδα «Πολίτης». Ο κ. Χατζηβασίλης υπέβαλε στην Επιτροπή παράπονο ότι υπήρξε στόχος απαξιωτικής, ταπεινωτικής και μειωτικής κριτικής από την εφημερίδα «Πολίτης» και το δημοσιογράφο κ. Κώστας Κωνσταντίνου, σε σειρά άρθρων του με αφορμή είδηση για την προέλευση του γύψου που βρέθηκε στον τάφο του τέως Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου. Επικαλέστηκε ιδιαίτερα άρθρο του κ. Κωνσταντίνου στις 10 Φεβρουαρίου, 2010, στο οποίο γινόταν λόγος για «κίστημα» επειδή «έχασε την ιστορία με την κατάθεσης του Φάνου», εννοώντας την κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας στην υπόθεση δολοφονίας του Αντη Χατζηκωστή. Ο κ. Κωνσταντίνου, σε άρθρο του στον «Πολίτη» ζήτησε από την Επιτροπή να επιληφθεί του θέματος της ακρίβειας των πληροφοριών του κ. Χατζηβασίλη και σε μακροσκελή απαντητική επιστολή του απέρριψε το παράπονο, αναφέροντας ότι διατύπωσε σχόλια στηριζόμενος σε γεγονότα, τα οποία και παρέθεσε. Η αντιπαράθεση των δύο δημοσιογράφων άρχισε με αφορμή είδηση του κ. Χατζηβασίλη στο «Φιλελεύθερο» στις 4 Φεβρουαρίου, 2010, κάτω από τον τίτλο «Ο γύψος ήλθε από τα κατεχόμενα». Η είδηση ανέφερε ότι «πριν από λίγες ημέρες ολοκληρώθηκαν οι αναλύσεις» για το γύψο με τον οποίο κάλυψαν τον τάφο του τέως Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου οι δράστες της κλοπής των λειψάνων του, οι οποίες «έδειξαν ότι ο γύψος προέρχεται από τα κατεχόμενα» και ότι «είναι όμοιος με αυτόν που παράγεται στα κατεχόμενα». Η είδηση ανέφερε ακόμη ότι η διαπίστωση αυτή οδηγεί «τους ανακριτές σε ορισμένα ακριβή συμπεράσματα» και ότι «εκτιμάται ότι έγινε ένα σημαντικό βήμα, αφού τουλάχιστον φαίνεται πως οι δράστες είχαν επαφή με κάποιους στα κατεχόμενα». Στη συνέχεια ανέφερε ότι αξιωματούχος της Αστυνομίας ανέφερε ότι δεν αποκλείεται οι δράστες να εξασφάλισαν το γύψο από τα κατεχόμενα και να το μετέφεραν στις ελεύθερες περιοχές… «χωρίς όμως να αποκλείεται να είναι και τυχαία η προέλευση καθώς τέτοια υλικά από τα κατεχόμενα μπορεί κανείς να τα βρει και στις ελεύθερες περιοχές». Στο παράπονό του ο κ. Χατζηβασίλης ανέφερε ότι είχε επικοινωνήσει και με τον εκπρόσωπο της Αστυνομίας Μιχάλη Κατσουνωτό, «ο οποίος… επιβεβαίωσε την προέλευση του γύψου, ωστόσο ζήτησε να μην τον επικαλεστώ». Ο κ. Κατσουνωτός, ανταποκρινόμενος σε παράκληση της Επιτροπής για ενημέρωση επί του θέματος, ανέφερε σε επιστολή του ότι πληροφόρησε τον κ Χατζηβασίλη για το περιεχόμενο «προκαταρκτικής έκθεσης» του Τμήματος Γεωλογικής Επισκόπησης στη βάση ενημέρωσης που είχε από αξιωματικό της Αστυνομίας ότι «φαίνεται να υπάρχει ομοιότητα του γύψου από τα κατεχόμενα με το υλικό των τεκμηρίων». Επίσης επιβεβαίωσε ότι μετά την είδηση στο «Φιλελεύθερο» είχε δηλώσει στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων πως «δεν είχαν παραληφθεί ακόμη τα τελικά αποτελέσματα των εξειδικευμένων αναλύσεων…αλλά στις προκαταρκτικές αναλύσεις υπήρχαν κάποιες ενδείξεις, οι οποίες δεν κρινόταν ούτε χρήσιμο ούτε σκόπιμο να δημοσιοποιηθούν». Περαιτέρω ανέφερε ότι «από τις ενδείξεις αυτές δεν δημιουργείται το υπόβαθρο για σαφή τοποθέτηση και εκτίμηση σε σχέση με την προέλευση του γύψου». Η είδηση μεταδόθηκε από το Κυπριακό Πρακτορείο το απόγευμα της 4ης Φεβρουαρίου. Στις 5 Φεβρουαρίου, ο δημοσιογράφος Κώστας Κωνσταντίνου, στην τακτική στήλη του που διατηρεί στον «Πολίτη» σχολίασε δήλωση του κ. Νικόλα Παπαδόπουλου για «εφιαλτικά σενάρια» σε περίπτωση επιβεβαίωσης της είδησης για προέλευση του γύψου από τα κατεχόμενα και επικαλούμενος τις δηλώσεις του κ. Κατσουνωτού στο ΚΥΠΕ πρόσθεσε ότι η Αστυνομία «άδειασε το «Φ». Στις 6 Φεβρουαρίου, ο κ. Χατζηβασίλης δημοσίευσε νέα είδηση στον «Φιλελεύθερο» με επικριτική διάθεση για την αστυνομία, αναφέροντας ότι «μόλις χτες, δύο μήνες μετά την κλοπή της σορού του Τάσσου Παπαδόπουλου…αποφάσισε να αναλύσει περισσότερο» το γύψο παίρνοντας πετρώματα από τον Πενταδάκτυλο και αναθέτοντας την ανάλυση σε ιδιωτικό εξειδικευμένο χημείο. Ανέφερε επίσης ότι «οι αναλύσεις του Τμήματος Γεωλογικής Επισκόπησης έδειξαν ότι ο γύψος ήρθε από τα κατεχόμενα». Στην ίδια έκδοση ο κ. Χατζηβασίλης δημοσίευσε σχόλιο στο οποίο ανέφερε ότι «ορισμένοι μόλις ακούσουν τη λέξη κατεχόμενα ή Τάσσος, κτυπούν κόκκινο, λες και τους θίγουμε…», στο οποίο ανέφερε: «Ρωτήστε την Αστυνομία (που τα μάσησε), το Χημείο κ.ά αν όντως τα αποτελέσματα (προκαταρκτικά ή μη) δείχνουν πως ο γύψος προήλθε από τα κατεχόμενα. Όχι να μένετε σ’ αυτά που δεν δηλώνουν επίσημα». Στις 6 Φεβρουαρίου, 2010, ο κ. Κωνσταντίνου, με αφορμή συνέχεια που έδωσαν τηλεοπτικοί σταθμοί στην είδηση του Φιλελεύθερου, υποστήριξε ότι ο κόσμος έχει απαξιωτική άποψη για την κυπριακή δημοσιογραφία «γιατί δεν μας εμπιστεύεται…». Επέκρινε τους τηλεοπτικούς σταθμούς γιατί μετέδωσαν μέρος μόνο των δηλώσεων του εκπροσώπου της Αστυνομία και παρέλειψαν του ουσιώδες μέρος τους. Επίσης αναφέρθηκε στην είδηση του «Φιλελεύθερου» γράφοντας ότι με βάση τις δηλώσεις του εκπροσώπου της Αστυνομίας υπήρχαν ανακρίβειες σ’ αυτήν, καθώς και αντίφαση μεταξύ του τίτλου που εξέφραζε βεβαιότητα για την προέλευση του γύψου και του κειμένου, που μεταξύ άλλων ανέφερε ότι η προέλευση του μπορεί και να ήταν τυχαία, γιατί τέτοιος γύψος κυκλοφορεί στις ελεύθερες περιοχές. Επίσης επέκρινε το «Φιλελεύθερο» επειδή σε είδησή του στις 5 Φεβρουαρίου ανέφερε ότι «μασώντας τα λόγια της για άγνωστους λόγους, η Αστυνομία επιβεβαίωσε εμμέσως χθεσινό δημοσίευμα του «Φ» ότι ο γύψος που έριξαν οι δράστες στον τάφο του Τάσσου Παπαδόπουλου προέρχεται από τα κατεχόμενα» και ότι απέφυγε να δημοσιεύσει τις δηλώσεις του εκπροσώπου της Αστυνομίας. Στις 9 Φεβρουαρίου, ο κ. Χατζηβασίλης δημοσίευσε σχόλιο στο «Φ» στο οποίο ανέφερε ότι τα ΜΜΕ πλην του «Πολίτη» υιοθέτησαν τη θέση πως ο γύψος προήλθε από τα κατεχόμενα, γιατί «δεν έμειναν στα όσα είπε με ανοικτά μικρόφωνα», ο εκπρόσωπος της Αστυνομίας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ανεπίσημα επιβεβαίωσε όσα είχε γράψει ο «Φιλελεύθερος». Ο κ. Κωνσταντίνου επανήλθε στις 10 Φεβρουαρίου, 2010, και αφού παρέθεσε όσα έγραψε ο κ. Χατζηβασίλης τον επέκρινε για τον ισχυρισμό του ότι ο εκπρόσωπος της Αστυνομίας διέψευσε επίσημα το Φιλελεύθερο αλλά τον επιβεβαίωσε ανεπίσημα. Ανέφερε πως αν συνέβη αυτό τότε υπάρχει παραβίαση της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών. Στο άρθρο του κατέληγε ως εξής: «…Αν και πολύ παιδαριώδες, είναι κατανοητό το «κίστημα» τού συνάδελφου ο οποίος, μετά την πατάτα του γύψου έχασε (και) την ιστορία με την κατάθεση του Φάνου. Για τις δικές του αποτυχίες, δεν του φταίει όμως, ούτε η Στήλη, ούτε ο «Πολίτης». Για την τελευταία παράγραφο και ειδικά περί «κιστήσματος» ο κ. Χατζηβασίλης παραπονέθηκε ότι ήταν απαξιωτική και μειωτική. Ο κ. Κωνσταντίνου απάντησε ότι αναφέρθηκε στο θέμα επειδή το είχε θίξει προηγουμένως ο κ. Χατζηβασίλης στο πιο πάνω σχόλιό του. Η Επιτροπή, με βάση τα στοιχεία που έθεσαν ενώπιόν της οι δύο δημοσιογράφοι και ο εκπρόσωπος της Αστυνομίας, κατέληξε στην απόφαση ότι η αρχική είδηση του κ. Χατζηβασίλη στο «Φιλελεύθερο» περί προέλευσης του γύψου από τα κατεχόμενα περιείχε ανακριβή στοιχεία και ισχυρισμούς που δεν υποστηρίζονταν από τα γεγονότα, κατά παράβαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για την ακρίβεια των πληροφοριών. Με βάση τη βεβαίωση του εκπροσώπου της Αστυνομίας ότι είχε πληροφορήσει τον κ. Χατζηβασίλη πως η έκθεση του Τμήματος Γεωλογικής Επισκόπησης ήταν προκαταρκτική και ότι από αυτή «φαίνεται να υπάρχει ομοιότητα του γύψου από τα κατεχόμενα με το υλικό των τεκμηρίων» η Επιτροπή έκρινε ότι δεν εδικαιολογείτο η βεβαιότητα που εξέφραζε ο τίτλος «Ο γύψος ήλθε από τα κατεχόμενα». Για τον ίδιο λόγο έκρινε πως η φράση στο κύριο σώμα της είδησης ότι «ολοκληρώθηκαν οι αναλύσεις για το γύψο, που βρέθηκαν πέριξ του τάφου του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, που έδειξαν ότι ο γύψος προέρχεται από τα κατεχόμενα» περιείχε ανακριβή πληροφόρηση. Κατά συνέπεια, θεώρησε ότι η παράθεση συνειρμών για τη σημασία ενός τέτοιου ενδεχομένου δεν είχε ασφαλές υπόβαθρο. Περαιτέρω, η Επιτροπή σημείωσε ότι ο κ. Χατζηβασίλης δεν δημοσίευσε τις πληροφορίες που έδωσε ο εκπρόσωπος της Αστυνομίας με δηλώσεις του στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων στις 4 Φεβρουαρίου, 2010, στις οποίες ανέφερε ότι οι ενδείξεις των προκαταρκτικών αναλύσεων «δεν δημιουργούσαν το υπόβαθρο για σαφή τοποθέτηση και εκτίμηση σε σχέση με την προέλευση του γύψου». Αντίθετα, στις 5 και 6 Φεβρουαρίου επέμενε ότι η αστυνομία επιβεβαίωσε την αρχική είδηση περί προέλευσης του γύψου από τα κατεχόμενα. Με βάση τα πιο πάνω, η Επιτροπή θεώρησε ότι η κριτική που άσκησε ο κ. Κώστας Κωνσταντίνου ως προς την ακρίβεια των πληροφοριών του κ. Χατζηβασίλη καθώς και για το γεγονός ότι δεν δημοσίευσε τις πλήρεις δηλώσεις του εκπροσώπου της Αστυνομίας στηριζόταν σε γεγονότα και ήταν αιτιολογημένη. Επίσης διαπίστωσε ότι η κριτική που ασκήθηκε, στο βαθμό που αφορούσε την ακρίβεια των πληροφοριών δεν περιείχε προσωπικές επιθέσεις εναντίον του κ. Χατζηβασίλη. Κατά συνέπεια δεν διαπίστωσε παραβίαση προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Ωστόσο, η Επιτροπή θεώρησε ότι η αναφορά του κ. Κωνσταντίνου στην κατάληξη του άρθρου του στις 10 Φεβρουαρίου, 2010 ότι «αν και πολύ παιδαριώδες, είναι κατανοητό το ‘κίστημα’ του συναδέλφου, ο οποίος μετά την πατάτα του γύψου έχασε (και) την ιστορία με την κατάθεση του Φάνου (Χατζηγεωργίου)»- έστω και αν δεν αναφέρθηκε στον κ. Χατζηβασίλη ονομαστικά και έστω και αν, όπως ο ίδιος υπέδειξε, δεν έθιξε πρώτος το θέμα της κατάθεσης- συνιστούσε ανοίκεια προσωπική επίθεση και ως εκ τούτου παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα ότι «οι λειτουργοί έχουν δικαίωμα να κρίνουν το έργο συναδέλφων τους, αλλά το πράττουν με σεβασμό στην τιμή και υπόληψή τους και αποφεύγουν προσωπικές επιθέσεις και μειωτικές της προσωπικότητας αναφορές».
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
35/2009
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
14/04/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (35/18/12/2009) από τον κ. Αλέξανδρο Ζιούλη, ότι στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας «Πολίτης», κατά την περίοδο προ και μετά την 18η Δεκεμβρίου, 2009, έγινε «δημοσκόπηση» με ερωτήσεις για το ποιοι έκλεψαν τα λείψανα του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου. Το παράπονο ανέφερε ότι με αυτή την ενέργεια δεν επιδείχθηκε σεβασμός στη σύζυγο και τα παιδιά του τέως Προέδρου και προς τους νεκρούς. Στη δημοσκόπηση, που συνεχίστηκε για μερικές ημέρες ετέθη το ερώτημα: «ποιος νομίζετε ότι έκλεψε τη σορό του Τάσσου Παπαδόπουλου» και ακολουθούσαν επτά ερωτήματα για τους πιθανούς δράστες. Το παράπονο, που απευθυνόταν επίσης προς την εφημερίδα, περιείχε αναφορές στον εκδότη και εργαζόμενους στην εφημερίδα «Πολίτης» που θεωρήθηκαν από την Επιτροπή απρεπείς. Η Επιτροπή αποφάσισε, με βάση την πάγια πρακτική της, να μην προχωρήσει στην εξέταση της υπόθεσης εκτός εάν οι επίμαχες αναφορές αποσύρονταν και το παράπονο διατυπωνόταν με κόσμιο τρόπο. Ο παραπονούμενος δεν ανταποκρίθηκε σε σχετική παράκληση της Επιτροπής και το παράπονό του απορρίφθηκε. Ωστόσο, η Επιτροπή θεώρησε το θέμα σοβαρό, με ευρύτερες κοινωνικές προεκτάσεις και αποφάσισε να το εξετάσει αυτεπάγγελτα. Η εφημερίδα, ανταποκρινόμενη σε παράκληση να παραθέσει τις απόψεις της, δικαιολόγησε την ενέργειά της αναφέροντας ότι θεώρησε ενδιαφέρον να καταγράψει την κυρίαρχη άποψη μεταξύ του κοινού επειδή η υπόθεση της κλοπής των λειψάνων του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας ήταν πρωτοφανής, αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης για εβδομάδες και επειδή δόθηκαν πολιτικές διαστάσεις στο έγκλημα. Επίσης υποστήριξε ότι η ηλεκτρονική δημοσκόπηση δεν συνιστούσε προσβολή της μνήμης του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας και ότι η εφημερίδα ποτέ δεν επιχείρησε κάτι τέτοιο. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι το θέμα δεν αφορούσε τόσο στη μνήμη του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας όσο στους οικείους του, στους οποίους η κλοπή των λειψάνων του ήταν αναμενόμενο να προκαλέσει θλίψη, πόνο και κλονισμό. Κατ’ ακολουθίαν, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η διενέργεια της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας δεν έλαβε υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις στους οικείους του τέως Προέδρου και συνιστούσε παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που αφορούν στην πρόκληση ή επίταση του ανθρώπινου πόνου. Οι πρόνοιες αυτές ορίζουν ότι τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι επιδεικνύουν την αρμόζουσα ευαισθησία σε θέματα που αφορούν, μεταξύ άλλων, τη βία, το έγκλημα και τον ανθρώπινο πόνο και ότι σε περιπτώσεις πένθους, θλίψης ή ψυχικού κλονισμού επιβάλλεται διακριτικότητα και συμπάθεια και αποφυγή οποιασδήποτε πράξης που είναι δυνατό να οξύνει τον ανθρώπινο πόνο. Η Επιτροπή εξέφρασε επίσης αντίθεση στην ενέργεια εκπεμπόντων ΜΜΕ να περιλάβουν σε ρεπορτάζ τους για το ίδιο θέμα απαντήσεις μελών του κοινού σε ερωτήσεις για τα πιθανά ελατήρια της κλοπής των λειψάνων, θεωρώντας ότι αυτό συνιστούσε έλλειψη ευαισθησίας για τον πόνο των οικείων του τέως Προέδρου.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
1/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
03/03/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΔΙΕΥΘΕΤΗΘΕΝ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε παραπόνου (1/3/1/2010) που υποβλήθηκε εκ μέρους του Αρχηγού της Αστυνομίας ότι η εφημερίδα «Το Κυπριακό Ποντίκι» δημοσίευσε ανακριβείς πληροφορίες σχετικά με τις αστυνομικές έρευνες για την κλοπή του λειψάνου του τέως προέδρου της Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου. Ειδικότερα, η εφημερίδα ισχυρίστηκε σε είδησή της στις 22/1/2010, ότι το Αμερικανικό FBI είχε διαπιστώσει παραλείψεις και σφάλματα στη διερεύνηση της υπόθεσης της κλοπής των λειψάνων του τέως Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου. Στο παράπονο αναφέρθηκε ότι σε αντίθεση με τον ισχυρισμό αυτό, οι αμερικανοί αξιωματούχοι εξήραν το έργο της Αστυνομίας και τον επαγγελματισμό που επέδειξαν ον ανακριτές. Η Επιτροπή, ενεργώντας με βάση την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ότι σε πρώτο προσπαθεί να επιτύχει συμβιβασμό, υπέδειξε ότι θα έπρεπε να εξαντληθεί η επιδίωξη θεραπείας με την άσκηση του δικαιώματος απάντησης και αίτημα για δημοσίευση επιστολής με τις θέσεις της Αστυνομίας επί του θέματος. Ο εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας αποδέχθηκε την εισήγηση και απηύθυνε επιστολή προς την εφημερίδα διαψεύδοντας το δημοσίευμα, η οποία και δημοσιεύθηκε. Η Επιτροπή θεώρησε την υπόθεση ως διευθετηθείσα.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
32/2009
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
03/03/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (32/4/12/2009) από γυναίκα ότι, κατά παράβαση προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, οι εφημερίδες «Σημερινή» και «Πολίτης», στις 4 Δεκεμβρίου, 2009, με αφορμή την έκδοση απόφασης του Κακουργιοδικείου σε υπόθεση βιασμού, δημοσίευσαν λεπτομέρειες της κατάθεσής της ως παραπονούμενης στη δίκη για βιασμό της. Από την εξέταση των ειδήσεων των δύο εφημερίδων, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι δημοσίευσαν λεπτομερή περιγραφή του βιασμού, τις οποίες πήραν από έγγραφα του δικαστηρίου και ειδικότερα από την απόφαση, στην οποία γίνεται σύνοψη της κατάθεσης της γυναίκας. Οι εφημερίδες έκαμαν αναφορά στις ενέργειες του δράστη, στα διαμειφθέντα μεταξύ του και του θύματος και των προσπαθειών της γυναίκας να τον αντικρούσει, όπως είχαν περιγραφεί από την ίδια στη μαρτυρία της ενώπιον του δικαστηρίου. Η γυναίκα ανέφερε στην Επιτροπή ότι μετά τη δημοσίευση των ειδήσεων επικοινώνησε με τις δύο εφημερίδες και παραπονέθηκε ότι η δημοσίευση των λεπτομερειών της υπόθεσης ήταν ιδιαίτερα ενοχλητική για την ίδια, παρ’ όλο που δεν αναφέρθηκε το όνομά της. Συντάκτης της «Σημερινής» απολογήθηκε για το γεγονός της δημοσίευσης των λεπτομερειών, ενώ άλλος δημοσιογράφος της εφημερίδας δημοσίευσε της απόψεις της για το θέμα στην στήλη του. Αντίθετα, ο συντάκτης της είδησης του «Πολίτη» Γιάννης Νεάρχου, με τον οποίο η γυναίκα είχε συνομιλήσει και πριν από τη δημοσίευση της είδησης, επέμεινε ότι η λεπτομερής περιγραφή του βιασμού έπρεπε να δημοσιευθεί. Στην απάντησή της προς την Επιτροπή, η εφημερίδα «Πολίτης» επικαλέστηκε το γεγονός ότι η δίκη δεν είχε γίνει κεκλεισμένων των θυρών, ότι δεν υπήρχε περιορισμός πρόσβασης στην απόφαση του δικαστηρίου και ότι δεν έγινε αναφορά στο όνομα της γυναίκας, αν και η εφημερίδα είχε το δικαίωμα να δημοσιεύσει το όνομά της. Περεταίρω, υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση των λεπτομερειών δεν συνιστούσε «αναπαραγωγή» (με την έννοια της επανάληψης του εγκλήματος) και ότι το αντίθετο συμβαίνει με την υποβάθμιση τέτοιων θεμάτων. Περαιτέρω υποστήριξε ότι «οι λεπτομέρειες καταδεικνύουν τον σημαντικό βαθμό ανίχνευσης-εξιχνίασης τέτοιων ειδεχθών εγκλημάτων, που αποτελεί σοβαρό παράγοντα αποτροπής επίδοξων βιαστών». Η Επιτροπή, αφού εξέτασε πολύ προσεκτικά τα επιχειρήματα της εφημερίδας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να συμφωνήσει με αυτά. Το κριτήριο της συμπεριφοράς των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων δεν είναι μόνο τα δικαιώματα που έχουν, αλλά και οι πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, τον οποίο τα ΜΜΕ έχουν προσυπογράψει, με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών μέσω του συστήματος της αυτορρύθμισης. Ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας καθορίζει ρητά σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατό να υπάρξει παρέκκλιση από τις πρόνοιές του, αποκλειστικά για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Η δημοσίευση λεπτομερειών για σεξουαλικά εγκλήματα δεν περιλαμβάνεται στις περιπτώσεις που εξαιρούνται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι, όπως καθορίζονται στον Κώδικα, είναι: (α) Υποβοήθηση ανίχνευσης ή αποκάλυψη εγκλήματος. (β) Προστασία της δημόσιας ασφάλειας ή υγείας. (γ) Προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. (δ) Παρεμπόδιση παραπλάνησης του κοινού ως αποτέλεσμα πράξεων ή δηλώσεων ατόμων ή οργανισμών. Πέραν των ανωτέρω, η Επιτροπή δεν συμφωνεί με τη θέση πως η δημοσίευση των λεπτομερειών ενός βιασμού συμβάλλει στην αποτροπή της διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων. Αντίθετα, είναι δυνατό να «βάλει ιδέες» σε άτομα με διαταραγμένη προσωπικότητα, όπως είναι επίδοξοι βιαστές. Αφού έλαβε υπόψη όλα τα ενώπιον της στοιχεία, η Επιτροπή κατέληξε στην απόφαση ότι στις ειδήσεις των δύο εφημερίδων υπάρχει αχρείαστη παράθεση λεπτομερειών του βιασμού, που δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των πληροφοριών τις οποίες το κοινό πρέπει ή έχει δικαίωμα να γνωρίζει. Επί του προκειμένου η Επιτροπή σημειώνει ότι η δημοσίευση λεπτομερειών ενός βιασμού ικανοποιεί μόνο την περιέργεια και δεν εξυπηρετεί ούτε το σκοπό της καταπολέμησης του εγκλήματος αυτού του είδους, ούτε ενθαρρύνει τα θύματα να προβαίνουν σε καταγγελία. Αντίθετα, η Επιτροπή έχει έγκυρη πληροφόρηση ότι άλλα θύματα σεξουαλικής βίας είχαν σοβαρούς ενδοιασμούς ή αποθαρρύνθηκαν από το να προβούν σε καταγγελία, προκειμένου να μη δουν τις λεπτομέρειες να δημοσιεύονται στις εφημερίδες. Η Επιτροπή σημειώνει ότι οι λεπτομέρειες κατατίθενται στο δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία για σκοπούς τεκμηρίωσης των κατηγοριών και αξιολόγησης της αξιοπιστίας της μαρτυρίας και μόνο. Επίσης, περιλαμβάνονται στην απόφαση του δικαστηρίου για σκοπούς αιτιολόγησης της απόφασης και όχι για να δουν το φως της δημοσιότητας και να γίνουν θέμα κουτσομπολιού. Κατά συνέπεια η Επιτροπή θεωρεί ότι ο χειρισμός του θέματος από τις δύο εφημερίδες υπήρξε άκρως ατυχής και ότι τα δημοσιεύματά τους συνιστούν σοβαρή παραβίαση προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Ειδικότερα, παραβιάζουν τη γενική πρόνοια του Κώδικα ότι οι λειτουργοί των ΜΜΕ «επιδεικνύουν την αρμόζουσα ευαισθησία … και είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και διακριτικοί στην παρουσίαση θεμάτων όπως η βία, το έγκλημα, τα σεξουαλικά παραπτώματα…», καθώς και της πρόνοιας ότι «τα Μ.Μ.Ε. δεν αποκαλύπτουν άμεσα ή έμμεσα την ταυτότητα των θυμάτων βιασμού και άλλων σεξουαλικών αδικημάτων και δεν δημοσιεύουν ή αναπαράγουν λεπτομέρειες, ο οποίες είναι δυνατό να προκαλέσουν ή να επιτείνουν τον ανθρώπινο πόνο». Η μη αναφορά στο όνομα της γυναίκας δεν αποτελεί δικαιολογητικό ή ελαφρυντικό, γιατί η προστασία των θυμάτων σεξουαλικών εγκλημάτων συνιστά υποχρέωση της κοινωνίας, της πολιτείας και των ΜΜΕ. Περαιτέρω, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η πρόκληση και επίταση του ανθρώπινου πόνου σε θύματα βιασμού είναι ανεξάρτητη από την αναφορά ή όχι σε στοιχεία της ταυτότητάς τους. Για την περίπτωση της «Σημερινής», η Επιτροπή θεώρησε ως ελαφρυντικό τη συμπεριφορά της μετά το παράπονο του θύματος του βιασμού. Όμως εξέφρασε αποδοκιμασία για το γεγονός ότι ο «Πολίτης» δημοσίευσε λεπτομέρειες αν και ο συντάκτης της είδησης είχε γνώση του γεγονότος ότι η δημοσίευση τους θα προκαλούσε ενόχληση σε ένα θύμα βιασμού.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
3/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
03/03/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε παραπόνου (3/23/2/2010) από την κ. Φλώρα Σωτηρίου, αδελφή αγνοουμένου από τη Λάρνακα, ότι σε ρεπορτάζ του ΡΙΚ που μεταδόθηκε στις 22/2/2010 για την ανεύρεση νέου ομαδικού τάφου αγνοουμένων προβλήθηκαν σκηνές που παρουσίαζαν στοιβαγμένα οστά και σκελετούς στο ανθρωπολογικό εργαστήριο σε κοντινά πλάνα. Το παράπονο αναφέρει ότι δεν επιδείχθηκε σεβασμός προς τους αγνοουμένους και η δέουσα ευαισθησία, με αποτέλεσμα να προσκληθεί αναστάτωση και οδύνη στους συγγενείς των αγνοουμένων. Από την εξέταση του οπτικού υλικού της είδησης η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εικόνες που προβλήθηκαν και πιο συγκεκριμένα η παρουσίαση οστών και λεπτομερειών τους σε κοντινά πλάνα, ήταν δυνατό να προκαλέσουν αναστάτωση σε συγγενείς αγνοουμένων και να επιτύχουν τον ανθρώπινο πόνο. Ο Διευθυντής Ειδήσεων και Επικαίρων του ΡΙΚ Γιάννης Καρεκλάς ανέφερε στη Γραμματεία της Επιτροπής ότι η μετάδοση των εικόνων οφείλεται σε λανθασμένο χειρισμό του οπτικού υλικού κατά το στάδιο της τεχνικής επεξεργασίας του ρεπορτάζ και απολογήθηκε του για το γεγονός. Ανέφερε ότι οι εικόνες που μεταδόθηκαν είχαν εξασφαλισθεί και φυλαχθεί από το ΡΙΚ για σκοπούς τήρησης αρχείου για το θέμα των αγνοουμένων. Ο κ. Καρεκλάς διαβεβαίωσε ότι το ΡΙΚ αναγνωρίζει πως το θέμα των αγνοουμένων είναι ιδιαίτερα λεπτό και ευαίσθητο και ανέφερε ότι έχουν δοθεί οδηγίες στους λειτουργούς του ΡΙΚ να είναι προσεκτικοί κατά την επιλογή εικόνων σχετικά ειδήσεις για τους αγνοουμένους στο μέλλον. Η Επιτροπή, αφού έλαφε υπόψη όλα τα ενώπιόν της στοιχεία αποφάσισε ότι ο χειρισμός του θέματος δεν συνάδει με τη γενική πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για επίδειξη ευαισθησίας και προσοχής κατά το χειρισμό περιπτώσεων ανθρώπινου πόνου και της ειδικής πρόνοιας για επίδειξη διακριτικότητας και συμπάθειας και αποφυγής πράξεων που είναι δυνατό να οξύνουν τον ανθρώπινο πόνο. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη και εξέφρασε ικανοποίηση για τη διαβεβαίωση ότι δόθηκαν οι δέουσες οδηγίες επίδειξη προσοχής στο μέλλον κατά το χειρισμό ειδήσεων που αφορούν σε αγνοουμένους.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
22/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
09/02/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (22/8/11/2010) ότι δημοσίευμα στην εφημερίδα «Σημερινή» ημερομηνίας 3ης Νοεμβρίου, 2010, που αφορούσε στον ίδιο, στηριζόταν σε «πληθώρα ψευδολογιών ή διαστρεβλώσεων» και ότι περιείχε «παραποιήσεις δημόσιων δηλώσεών» που είχε κάμει. Περαιτέρω, παραπονέθηκε ότι σε είδηση της εφημερίδας στην ίδια έκδοση, σε σχέση με Πρόταση Νόμου που είχε υποβάλει ο ίδιος για τροποποίηση του Νόμου Περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών, παρατέθηκαν απόψεις άλλων που επέκριναν την πρόταση, αλλά δεν περιλήφθηκε το αιτιολογικό της πρότασης και δεν ζητήθηκαν οι απόψεις του ιδίου, ως εισηγητή της τροποποίησης. Το πρώτο παράπονο αφορούσε σε άρθρο του κ. Σάββα Ιακωβίδη υπό τον τίτλο «Ο Χρ. Πουργουρίδης ας κάνει τη μια χάρη: Να αποχωρήσει, επιτέλους!», το οποίο γράφτηκε με αφορμή την υποβολή Πρότασης Νόμου του κ. Πουργουρίδη και τον καλούσε να «απαλλάξει, επιτέλους, από την πολιτική παρουσία του» τους πολίτες, για σειρά λόγων τους οποίους ανέφερε. Η Επιτροπή εξέτασε τα πιο κάτω παράπονα που υπέβαλε ο κ. Προυργουρίδης για επί μέρους σημεία του άρθρου. 1. Ο κ. Πουργουρίδης παραπονέθηκε ότι ήταν ανακριβής ο ισχυρισμός στο άρθρο ότι «είχε στιγματίσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως Ρωμαίο Αυτοκράτορα», δηλ. «ως έναν στυγνό και αδίστακτο κυβερνήτη». Ο κ. Πουργουρίδης ανέφερε ότι αυτό που είχε πει ήταν ότι «ο πρόεδρος Κληρίδης συμπεριφέρεται σαν Ρωμαίος αυτοκράτορας, αφού καθόλου δεν λαμβάνει υπόψη εκείνους που τον ανέδειξαν στο προεδρικό αξίωμα». Στην απάντησή του για το παράπονο, ο κ. Ιακωβίδης επικαλέστηκε την πιο πάνω αναφορά του κ. Πουργουρίδη, καθώς και άλλη δήλωσή του στην «Καθημερινή» στις 21/6/2009 στην οποία φέρεται να είχε αναφέρει ότι «ο πρόεδρος Κληρίδης συμπεριφέρεται σαν Ρωμαίος Αυτοκράτορας, αφού αγνοεί εντελώς τα συλλογικά όργανα του ΔΗΣΥ». Η Επιτροπή σημείωσε ότι για όσους γνωρίζουν καλώς την Ελληνική, υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ του μορίου «ως», όταν χρησιμοποιείται για να δηλώσει πραγματική κατάσταση και του ομοιωματικού «σαν». Ωστόσο έλαβε υπόψη ότι πολλές φορές τα δύο μόρια χρησιμοποιούνται εναλλακτικά, τόσο στον προφορικό όσο και στο γραπτό λόγο (ίδε Μείζον Ελληνικό Λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη), ενώ στην αντίληψη των περισσοτέρων δεν έχουν καμιά διαφορά. Για το λόγο αυτό η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν θα μπορούσε να θεωρήσει ότι το σημείο αυτό συνιστά σοβαρή παραβίαση της πρόνοιας περί ακρίβειας των πληροφοριών. 2. Ο κ. Πουργουρίδης παραπονέθηκε επίσης για αναφορά του κ. Ιακωβίδη ότι εξύβρισε τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο και πρόσβαλε τον ευρωβουλευτή Ιωάννη Κασουλίδη ως λαϊκιστή και πατριδοκάπηλο. Ανέφερε ότι ουδέποτε εξύβρισε τον Αρχιεπίσκοπο και ουδέποτε πρόσβαλε τον κ. Κασουλίδη με τις φράσεις που του αποδίδονται. Ο κ. Ιακωβίδης στην απάντησή του παρέθεσε γραπτή δήλωση του κ. Πουργουρίδη στις 30/12/2009 στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε: Ο Αρχιεπίσκοπος «συνεχίζει να καταχράται του αξιώματος του και με πράξεις και λόγους να προκαλεί τα αισθήματα μιας μεγάλης μερίδας του πληρώματος της εκκλησίας της Κύπρου»…«Ο λόγος του Αρχιεπισκόπου αντί να ενώνει, διχάζει. Οι πράξεις και οι λόγοι του Αρχιεπισκόπου, αντί της αγάπης καλλιεργούν το μίσος. Απωθούν τον κόσμο αντί να τον φέρνουν κοντά στην εκκλησία….Πέραν των πιο πάνω ο Αρχιεπίσκοπος κατασπαταλά την περιουσία της Εκκλησίας για αλλότριους προς την αποστολή της, σκοπούς»…Ο Αρχιεπίσκοπος «προκαλεί με τη συμπεριφορά του» και …έφθασε η ώρα η Βουλή να θέσει τέρμα «στις αυθαιρεσίες και στις καταχρήσεις στα οικονομικά της Εκκλησίας». Η Επιτροπή μελέτησε το κείμενο της γραπτής δήλωσης του κ. Πουργουρίδη και διαπίστωσε ότι η αναφορά του σε κατασπατάληση εκκλησιαστικής περιουσίας αφορούσε σε φερόμενη αγορά μεγάλου αριθμού αντιτύπων βιβλίου, το οποίο πραγματεύεται την προταθείσα λύση του Κυπριακού στο σχέδιο Ανάν. Στη δήλωσή του, ο κ. Πουργουρίδης ανέφερε ότι «αντί να αγοράσει 10.000 αντίτυπα του βιβλίου…με σημαντικότατο κόστος, μπορούσε να δώσει το ποσό αυτό στους φτωχούς». Ανέφερε ακόμη ότι «Ο Αρχιεπίσκοπος και η Ιερά Σύνδος φαίνεται ότι δεν κατανοούν πως τα χρήματα και η περιουσία της Εκκλησίας δεν είναι προσωπική τους περιουσία, αλλά ανήκουν στο πλήρωμα της Εκκλησίας και συνεπώς δεν μπορούν να τα χρησιμοποιούν κατά το δοκούν». Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αναφορές του κ. Πουργουρίδη συνιστούσαν έκφραση πολιτικής γνώμης επί συγκεκριμένων ενεργειών, τις οποίες ανέφερε, η οποία δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εξύβριση του Αρχιεπισκόπου. Ως προς τη αναφορά σε προσβολή του κ. Κασουλίδη, ο κ. Ιακωβίδης επικαλέστηκε γραπτή δήλωση του κ. Πουργουρίδη που μεταξύ άλλων εξέφραζε την ελπίδα ότι «αυτή η δεύτερη πενταετία θα διδάξει τον κ. Κασουλίδη πως…ότι ένας που θέλει και επιδιώκει να καταστεί ο ηγέτης μιας μικρής, ημικατεχόμενης Ευρωπαϊκής χώρας πρέπει να διαθέτει το σθένος να αντιστέκεται στους λαϊκισμούς, την πατριδοκαπηλία και την αδικία. Οι λαϊκισμοί, η πατριδοκαπηλία και η ανοχή της αδικίας οδήγησαν το τόπο στα πρόθυρα της διχοτόμησης». Περαιτέρω ο κ. Ιακωβίδης επικαλέστηκε δηλώσεις του κ. Κασουλίδη και εκπροσώπων του, με τις οποίες εξέφραζαν θλίψη, αποδοκίμασαν τη δήλωση του κ. Πουργουρίδη και διατύπωναν επικρίσεις εναντίον του. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αναφορές του κ. Πουργουρίδη συνιστούν, και πάλι, έκφραση πολιτικής γνώμης από ένα πολιτικό για έναν άλλο και δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως εξύβριση. 3. Ο κ. Πουργουρίδης παραπονέθηκε ότι συνιστούσε ανακρίβεια σημείο του άρθρου ότι προσυπέγραψε με Ελβετό βουλευτή ψήφισμα για δήθεν καταπίεση των μουσουλμάνων της Ρόδου και της Κω από τις ελληνικές Αρχές. Ο κ. Πουργουρίδης ανέφερε ότι ουδέποτε προσυπέγραψε τέτοιο ψήφισμα αλλά υπέγραψε προσχέδιο πρότασης για διερεύνηση της κατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μουσουλμάνων της Ρόδου και της Κω και ότι στο έγγραφο αυτό ουδεμία αναφορά γινόταν σε καταπίεση τους από της Ελληνικές αρχές. Ο κ. Ιακωβίδης παρέθεσε ως απάντηση διάφορα δημοσιεύματα που επικρίνουν την ενέργεια του κ. Πουργουρίδη να προσυπογράψει κείμενο για τη διενέργεια έρευνας για την «τουρκική μειονότητα της Ρόδου». Η Επιτροπή, αφού εξέτασε όλα τα στοιχεία, περιλαμβανομένου και του κειμένου που υπέγραψε ο κ. Πουργουρίδης για εξέταση θέματος παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κατοίκων της Ρόδου και της Κω «που έχουν τουρκικό πολιτιστικό υπόβαθρο», κατέληξε στην απόφαση πως είναι προφανές ότι στο επίμαχο δημοσίευμα υπάρχει ανακριβής πληροφόρηση, κατά παράβαση της σχετικής πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η επίκληση δημοσιευμάτων ή δηλώσεων από τρίτους για δικαιολόγηση της επίμαχης αναφοράς δεν δικαιολογεί την ανακρίβεια και δεν αίρει την παραβίαση της σχετικής πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ έχουν υποχρέωση σε κάθε περίπτωση να βεβαιώνονται για την ακρίβεια των πληροφοριών που δημοσιεύουν ή χρησιμοποιούν για άσκηση κριτικής. Η Επιτροπή θεωρεί, περαιτέρω, ότι η έκφραση γνώμης και η άσκηση κριτικής αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ, αλλά επισημαίνει ότι πρέπει να στηρίζεται σε ακριβή στοιχεία. 4. Ο κ. Πουργουρίδης παραπονέθηκε ότι ήταν ανακριβής η αναφορά στο άθρο πως προέβη σε διακήρυξη ότι «με τα 20 του νύσια ψήφισε το σχέδιο Ανάν». Όπως ανέφερε, σε συνέντευξή του στο «Φιλελεύθερο» κατά την περίοδο του σχεδίου Ανάν 3 και όχι του τελικού σχεδίου είχε πει ότι «αν η επιλογή είναι μεταξύ της παρούσας κατάστασης με τους στρατούς κατοχής και τους εποίκους με τα 20 μου ψηφίζω το προτεινόμενο σχέδιο λύσης». Ο κ. Ιακωβίδης δεν έδωσε καμιά απάντηση στο σημείο αυτό. Η Επιτροπή, αφού μελέτησε το κείμενο στο οποίο περιέχεται η πιο πάνω αναφορά του κ. Πουργουρίδη στο σχέδιο Ανάν, κατέληξε στην απόφαση ότι η φράση «με τα 20 του νύσια ψήφισε το σχέδιο Ανάν» ήταν ανακριβής. Επειδή το επίμαχο άρθρο γράφτηκε με αφορμή την προαναφερθείσα πρόταση του κ. Πουργουρίδη, για την οποία η Επιτροπή εξέφρασε έντονη αντίθεση, θεωρεί σκόπιμο και χρήσιμο να παραθέσει τις δικές της θέσεις σχετικά με την αναφορά του κ. Ιακωβίδη στην πρόταση του κ. Πουργουρίδη για τροποποίηση του άρθρου 41Α (1)(α) του Περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου. Η πρόταση σκοπούσε να δοθεί το δικαίωμα στην Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου να εξετάζει παράπονα για παραβιάσεις του ΚΔΔ από τα εκπέμποντα ΜΜΕ, ύστερα από αίτημα ή αυτεπάγγελτα, σε αντικατάσταση της υφιστάμενης νομικής πρόνοιας που απαιτεί αίτηση της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας προς την ΑΡΤΚ, προκειμένου να ασχοληθεί με θέματα παραβίασης του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Στο άρθρο αναφέρονται τα εξής: «Πρόκειται περί πρωτοφανούς φασιστικής εισήγησης, η οποία πλήττει ευθέως την ελευθερία έκφρασης, ιδιαίτερα των ηλεκτρονικών Μέσων, που θα είναι έρμαια στα κέφια και στα νεύρα κάθε πολίτη και, φυσικά, κάθε... ευαίσθητου ή ευέξαπτου πολιτικού, που θα κρίνει ότι, τάχα, παραβιάζεται η δημοσιογραφική δεοντολογία και θα απαιτεί κυρώσεις. Η Κύπρος είναι ήδη πρότυπο αυτορρύθμισης, παρά τις περί του αντιθέτου κενολογίες Πουργουρίδη που, αν υιοθετηθούν, θα αποτελούν μια τρομερή δαμόκλειο σπάθη πάνω από τα ηλεκτρονικά, κυρίως, ΜΜΕ». Ο κ. Πουργουρίδη απάντησε, ότι «καμία προσπάθεια ποινικοποίησης της δημοσιογραφικής δεοντολογίας δεν γίνεται. Η πρόταση δεν δημιουργεί κανένα ποινικό αδίκημα για κανένα. Παρέχει το δικαίωμα στην Αρχή Ραδιοτηλεόρασης για επιβολή διοικητικού προστίμου στους ιδιοκτήτες των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών και όχι στους δημοσιογράφους». Επί του σημείου αυτού η υποεπιτροπή έλαβε υπόψη ότι οι θέσεις που παραθέτει ο κ. Ιακωβίδης ότι η τροποποίηση θα πλήξει ευθέως την ελευθερία έκφρασης των ηλεκτρονικών ΜΜΕ και θα λειτουργήσει ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα ηλεκτρονικά, κυρίως ΜΜΕ, προέρχονται από θέσεις της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Όμως δεν μπορεί να υιοθετήσει το χαρακτηρισμό περί «φασιστικής εισήγησης» που χρησιμοποίησε ο κ. Ιακωβίδης. Ως προς την αναφορά του κ. Πουργουρίδη ότι δεν πρόκειται για προσπάθεια ποινικοποίησης της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και ότι δεν δημιουργείται κανένα ποινικό αδίκημα, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι χρησιμοποίησε τον όρο όχι με τη νομική έννοια, αλλά ως ερμηνεία του αποτελέσματος από την προταθείσα διευθέτηση. Και αυτό γιατί το διοικητικό πρόστιμο μέχρι και 8.500 που θα δύναται να επιβάλει η ΑΡΤΚ στην πράξη μπορεί να λειτουργήσει ως ποινή ή απειλή ποινής, η οποία θα επενεργήσει αρνητικά στο δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης και παράλληλα η πρόνοια αυτή είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί για φίμωση εκεμπόντων ηλεκτρονικών ΜΜΕ. Παράλληλα, επισημαίνει ότι ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας διατυπώνει αρχές δημοσιογραφικής δεοντολογίας με γενικό τρόπο ώστε να παρέχεται ευχέρεια ευρείας ερμηνείας για σκοπούς διαπίστωσης αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς, αλλά όχι βάση για επιβολή διοικητικού προστίμου, η οποία θα πρέπει να στηρίζεται σε σαφώς διατυπωμένες νομικές πρόνοιες. Περαιτέρω, η Επιτροπή αναφέρει ότι έχει συζητήσει το θέμα με τον κ. Πουργουρίδη, ο οποίος ανέλαβε να αποσύρει την Πρόταση Νόμου, ώστε μέσα από διάλογο να αναζητηθούν τρόποι για να γίνει πιο αποτελεσματικό το έργο της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που είναι και το ζητούμενο. Επίσης επισημαίνει ότι ουδέποτε η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου ζήτησε από την Επιτροπή να εξετάσει οποιαδήποτε υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε ηλεκτρονικού ΜΜΕ. Ως προς το παράπονο του κ. Πουργουρίδη ότι στο ρεπορτάζ της «Σημερινής» για την Πρόταση Νόμου που υπέβαλε παραλήφθηκε το αιτιολογικό και ότι ζητήθηκαν οι απόψεις άλλων αλλά όχι του ιδίου, η Επιτροπή αποφάσισε ότι καλό θα ήταν να ζητηθούν και παρατεθούν και οι απόψεις του κ. Πουργουρίδη για μια πιο σφαιρική παρουσίαση του θέματος. Δεδομένου όμως ότι η παράλειψη θα μπορούσε να αρθεί με την άσκηση του δικαιώματος απάντησης που προνοείται από τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ως μέτρο θεραπείας σε ανάλογες περιπτώσεις, η Επιτροπή δεν τη θεώρησε ως παραβίαση του Κώδικα.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
24/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
09/02/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο από το βουλευτή κ. Χρίστο Πουργουρίδη (24/20/1/2010) ότι είδηση που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Σημερινή» στις 17 Δεκεμβρίου, το οποίο αναφερόταν σε ομιλία του κατά τη διάρκεια συζήτησης στη Βουλή, περιείχε παραποίηση δηλώσεών του. Η είδηση περιλάμβανε απόσπασμα ομιλίας του κ. Πουργουρίδη στη Βουλή που ανέφερε ότι «είμαστε ίσως η μοναδική χώρα της Ε.Ε. όπου πολιτικοί αποκλείονται από την τηλεόραση με οδηγίες των καναλαρχών, απλώς γιατί λένε πράγματα που δεν αρέσουν στους σύγχρονους καναλάρχες», καθώς και αναφορά ότι «πριν από μερικές εβδομάδες εισηγήθηκε όπως εισαχθούν αυστηρότεροι κανονισμοί εναντίον των ηλεκτρονικών μέσων, για περιπτώσεις όπου ασκείται κριτική σε βουλευτές». Ο κ. Πουργουρίδης παραπονέθηκε ότι το τίτλος της είδησης «Επίθεση Πουργουρίδη στην ελευθεροτυπία…» αποτελούσε εσκεμμένη παραποίηση της ομιλίας του και έτεινε να τον παρουσιάσει ως άνθρωπο που μάχεται εναντίον της ελευθεροτυπίας. Επίσης ανέφερε ότι ήταν εντελώς ανυπόστατος και ο ισχυρισμός ότι εισηγήθηκε όπως εισαχθούν αυστηρότεροι κανονισμοί εναντίον των ηλεκτρονικών μέσω για περιπτώσεις όπου ασκείται κριτική σε βουλευτές. Διευκρίνισε ότι η πρόταση νόμου δεν έχει τίποτε να κάμει με κριτική που ασκείται σε βουλευτές, αλλά με την επιβολή διοικητικού προστίμου από την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης για παραβιάσεις του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας από τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης. Η Επιτροπή, έχοντας υπόψη την Πρόταση Νόμου που υπέβαλε ο κ. Πουργουργίδης στη Βουλή κατέληξε στην απόφαση πως ο ισχυρισμός ότι η τροποποίηση που πρότεινε ο κ. Πουργουρίδης αποσκοπεί στην εισαγωγή αυστηρότερων κανονισμών εναντίον των ηλεκτρονικών μέσων, «για περιπτώσεις όπου ασκείται κριτική σε βουλευτές» συνιστά ανακρίβεια και επομένως παραβίαση της σχετικής πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Ως προς τον τίτλο της είδησης «επίθεση Πουργουρίδη στην ελευθεροτυπία» δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ευσταθεί σε σχέση με το σημείο της ομιλίας του κ. Πουργουρίδη στο οποίο ανέφερε ότι πολιτικοί αποκλείονται από την τηλεόραση με τις οδηγίες των καναλαρχών, αλλά είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι δικαιολογείται σε σχέση με την πρόταση του κ. Πουργουρίδη για τροποποιήσεις στον περί Ραδιοτηλεοπτικών Σταθμών Νόμο. Επί του θέματος σημείου αυτού η Επιτροπή θεωρεί ορθό να αναφέρει τις θέσεις της σε σχέση με τον πρόταση του κ. Πουργουρίδη. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η τροποποίηση θα πλήξει ευθέως την ελευθερία έκφρασης των ηλεκτρονικών ΜΜΕ και θα λειτουργήσει ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Περαιτέρω, η Επιτροπή αναφέρει ότι έχει συζητήσει το θέμα με τον κ. Πουργουρίδη, ο οποίος ανέλαβε να αποσύρει την Πρόταση Νόμου, ώστε μέσα από διάλογο να αναζητηθούν τρόποι για να γίνει πιο αποτελεσματικό το έργο της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, που είναι και το ζητούμενο. Επίσης επισημαίνει ότι ουδέποτε η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου ζήτησε από την Επιτροπή να εξετάσει υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε ηλεκτρονικού ΜΜΕ.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
30/2009
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
20/01/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (30/25/10/09) από το δημοσιογράφο του ΑΝΤ1 κ. Δημήτρη Ευθυμίου ότι άρθρο του Κώστα Κωνσταντίνου στον πολίτη, ημερομηνίας 22/10/2009, με αφορμή επεισόδιο με τον προεδρικό σύμβουλο κ. Τουμάζο Τσελεπή, σε τηλεοπτική συζήτηση στον ΑΝΤ1 περιείχε αναφορές που συνιστούσαν ανοίκεια επίθεση εναντίον του. Το άρθρο αποτελούσε σχόλιο για την αποχώρηση του κ. Τσελεπή από τη συζήτηση, όταν άλλοι συζητητές προέβησαν σε παρατηρήσεις αμφισβήτησης των επαγγελματικών του προσόντων. Μεταξύ άλλων το άρθρο ανέφερε: «Πως είναι ακόμη πιο αδιανόητο να βγαίνει την επομένη της…απόπειρας δολοφονίας ο συντονιστής της εκπομπής και να παραδέχεται, δημοσιογράφος άνθρωπος, ότι το θύμα είχε κληθεί να υπερασπιστεί τις απόψεις του μόνο του ενώ από την άλλη άποψη είχε φέρει…τέσσερα (!) άτομα, πλην όμως λέει «του δόθηκε περισσότερος χρόνος»; Και πως είναι εξωφρενικό, τούτου λεχθέντος, να μην παρεμβαίνουν η Επιτροπή Ραδιοτηλεόρασης και η Ενωση Συντακτών, αν μη τι άλλο, για να του εισηγηθούν να αλλάξει επάγγελμα; Τι να σας γράψουμε»; Η εφημερίδα και ο αρθρογράφος δεν ανταποκρίθηκαν σε επανειλημμένες υπομνήσεις για παράθεση των απόψεων τους, γεγονός το οποίο η Επιτροπή έκρινε ότι αποτελεί παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για υποχρέωση των ΜΜΕ και των λειτουργών τους να συνεργάζονται και να συνδράμουν το έργο της. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι το περιεχόμενο και το ύφος της αναφοράς στον τρόπο άσκησης της εργασίας του κ. Ευθυμίου συνιστά παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ότι «οι λειτουργοί έχουν δικαίωμα να κρίνουν το έργο συναδέλφων τους, αλλά το πράττουν με σεβασμό στην τιμή και υπόληψή τους και αποφεύγουν προσωπικές επιθέσεις και μειωτικές της προσωπικότητας αναφορές».
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
21/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
19/01/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (21/8/11/2010) από το βουλευτή κ. Χρίστο Πουργουρίδη, ότι δημοσίευμα στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος», στις 5 Νοεμβρίου, 2010, περιείχε ανακριβείς αναφορές. Ειδικότερα, παραπονέθηκε ότι ο δημοσιογράφος Αριστος Μιχαηλίδης, σε σχόλιο του είχε αναφέρει πως ο κ. Πουργουρίδης προσυπέγραψε ψήφισμα στην Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μουσουλμάνων στη Ρόδο και στην Κω και ότι «από το 2004 μέχρι σήμερα, αμετανόητος και φανατικός, υποστηρίζει οτιδήποτε και οποιονδήποτε που θα μπορούσε να επαναφέρει και να επιβάλει στους Ελληνοκυπρίους το σχέδιο Ανάν…». Ο κ. Πουργουρίδης ανέφερε ότι ουδέποτε προσυπέγραψε τέτοιο ψήφισμα και επίσης ότι, αντίθετα με όσα υποστηρίζει ο κ. Μιχαηλίδης, επανειλημμένα έχει δηλώσει ότι η επαναφορά του σχεδίου Ανάν θα είναι καταστροφή αφού και πάλι θα απορριφθεί από το λαό και ότι οποιαδήποτε λύση πρέπει να λαμβάνει υπόψη την εκπεφρασμένη βούληση του Κυπριακού Ελληνισμού επί του σχεδίου Ανάν. Στην απάντησή της, η εφημερίδα ανέφερε ότι μετά την υποβολή του παραπόνου διερεύνησε το θέμα και διαπίστωσε ότι ο παραπονούμενος δεν προσυπέγραψε τέτοιο ψήφισμα, αλλά εισήγηση που υποβλήθηκε στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης για να εξετασθεί θέμα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων «των τουρκικής καταγωγής κατοίκων της Ρόδου και Κω». Η εφημερίδα εξέφρασε λύπη για τη λανθασμένη αναφορά σε ψήφισμα αντί σε εισήγηση και υποστήριξε ότι αυτή «δεν επηρεάζει την ουσία του δημοσιεύματος ή αναιρεί τα όσα γράφονται». Επίσης επικαλέστηκε το γεγονός ότι σε είδηση του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων και σε είδηση της εφημερίδας «Σημερινή» στις 3/11/2010 γινόταν αναφορά σε προσυπογραφή προσχεδίου ψηφίσματος ή ψηφίσματος καθώς και σε φερόμενη δήλωση του κ. Πουργουρίδη για το σχέδιο Ανάν. Η εφημερίδα υποστήριξε ότι το επίμαχο δημοσίευμά της δεν παραβιάζει με κανένα τρόπο τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Ως προς το παράπονο που αναφέρεται στο σημείο για το σχέδιο Ανάν, η εφημερίδα υποστήριξε ότι επρόκειτο για «δίκαιο και καλόπιστο σχολιασμό… που στηρίζεται σε δεκάδες δηλώσεις, συνεντεύξεις και ενέργειες του βουλευτή». Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τα ενώπιόν της στοιχεία, μεταξύ των οποίων και την παραδοχή της εφημερίδας ότι ο κ. Πουργουρίδης δεν προσυπέγραψε ψήφισμα αλλά εισήγηση για να εξετασθεί θέμα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κατοίκων της Ρόδου και της Κω «που έχουν τουρκικό πολιτιστικό υπόβαθρο», όπως αναφέρεται στο επίσημο κείμενο της ΚΣΣΕ, κατέληξε στην απόφαση πως είναι προφανές ότι στο επίμαχο δημοσίευμα υπάρχει ανακριβής πληροφόρηση, κατά παράβαση της σχετικής πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Ενα από τα δύο δημοσιεύματα που επικαλέστηκε η εφημερίδα αποτελεί αντικείμενο άλλου παραπόνου του κ. Πουργουρίδη. Η επίκληση δημοσιευμάτων τα οποία κατ’ ισχυρισμό περιείχαν την πληροφόρηση στην οποία στηρίχθηκαν οι επίμαχες αναφορές δεν αίρει την ανακρίβεια και δεν αποτελεί δικαιολογητικό για τη δημοσίευση ανακριβών πληροφοριών. Οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ έχουν υποχρέωση σε κάθε περίπτωση να βεβαιώνονται για την ακρίβεια των πληροφοριών που δημοσιεύουν. Η Επιτροπή θεωρεί, περαιτέρω, ότι η άσκηση κριτικής αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ, αλλά επισημαίνει ότι πρέπει να στηρίζεται σε ακριβή στοιχεία. Επί του προκειμένου σημειώνει τη θέση του κ. Πουργουρίδη ότι ο ίδιος ουδέποτε με δηλώσεις του υποστήριξε επαναφορά του σχεδίου Ανάν και ότι, αντίθετα, προειδοποίησε εναντίον ενδεχόμενης επαναφοράς του και επίσης ότι η λύση δεν πρέπει να αγνοεί τις ανησυχίες του Κυπριακού Ελληνισμού αν πρόκειται να εγκρίνει τη λύση με τη ψήφο του.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
23/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
19/01/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε παραπόνου (23/12/11/2010) από τον αθλητικό συντάκτη Δημήτρη Κρητικό ότι η εφημερίδα “Sportday” σε δημοσίευμα της στις 5 Νοεμβρίου, 2010, διατύπωσε μειωτικά για τον ίδιο σχόλια σε σχέση με τον τρόπο περιγραφής καλαθοσφαιρικού αγώνα για λογαριασμό συνδρομητικού καναλιού. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι στο δημοσίευμα δεν παρέθεσε το όνομά του αλλά η ταυτότητά του θα μπορούσε να προκύψει από το γεγονός ότι μόνο ένας σταθμός μετέδωσε περιγραφή του αγώνα και μόνο ο ίδιος έκανε περιγραφή του. Το δημοσίευμα ανέφερε: «Συμβουλή στους συναδέλφους που αναλαμβάνουν την ευθύνη μιας τηλεοπτικής μετάδοσης. Τουλάχιστον να γνωρίζουν τα βασικά της αποστολής τους. Τα ακούγαμε και δεν τα πιστεύαμε όλα τα μαργαριτάρια πριν και κατά τη διάρκεια του αγώνα καλαθόσφαιρας ΑΠΟΕΛ-Ομόνοιας. Από την ερώτηση σε παράγοντα της Ομόνοιας γιατί δεν πήγαν οπαδοί της ομάδας στη γήπεδο (αυτό και να είναι πλήρης άγνοια) μέχρι και την άγνοια για το ποιος καλαθοσφαιριστής σκόραρε, ποιος τιμωρήθηκε και αν ήταν επιθετικό ή αμυντικό φάουλ. Αν μη τι άλλο, να διαβάζουν τους απλούς κανόνες διεξαγωγής του αθλήματος». Ο κ. Κρητικός ανέφερε στο παράπονό του ότι πέραν της επαγγελματικής του ιδιότητας και της ενασχόλησής του με το άθλημα διετέλεσε καλαθοσφαιριστής, «που σίγουρα αποδεικνύει και τη γνώση μου περί των κανονισμών που διέπουν το άθλημα». Η εφημερίδα απάντησε ότι δεν βρήκε τίποτε το επιλήψιμο στο δημοσίευμα και αφήνει το θέμα στην κρίση της Επιτροπής. Η Επιτροπή αφού εξέτασε τα ενώπιόν της στοιχεία αποφάσισε ότι το δημοσίευμα συνιστά κριτική της εργασίας δημοσιογράφου, η οποία είναι θεμιτή με βάση τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, αλλά δε διαπίστωσε παραβίαση προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Ωστόσο θεώρησε χρήσιμο να υποδείξει ότι οι δημοσιογράφοι, όταν ασκούν κριτική για το έργο συναδέλφων τους, οφείλουν να επιδεικνύουν συναδελφική αβρότητα και να σέβονται την προσωπικότητα και την τιμή των συναδέλφων τους.
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
25/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
19/01/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (25/21/12/2010) από το βουλευτή κ. Χρήστο Πουργουρίδη εναντίον της εφημερίδας «Σημερινή» για παράλειψη δημοσίευσης είδησης επί θέματος για το οποίο η εφημερίδα τον είχε επικρίνει. Ειδικότερα, ο κ. Πουργουρίδης παραπονέθηκε ότι η εφημερίδα ενώ επανειλημμένα του είχε ασκήσει έντονη κριτική επειδή είχε προσυπογράψει πρόταση για να γίνει έρευνα για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μουσουλμάνων της Ρόδου και της Κω, και παρουσίαζε τη στάση του ως αντεθνική σε σημείο που άγγιζε τα όρια της προδοσίας, παρέλειψε να δημοσιεύσει ανακοίνωσή του που αναφερόταν στην έκθεση που συντάχθηκε μετά τη διενέργεια της έρευνας. Στην έκθεση αναφέρεται ότι από την έρευνα δεν προκύπτει τίποτε το μεμπτό όσον αφορά τα ανθρώπινα των μουσουλμάνων της Ρόδου. Η εφημερίδα απάντησε ότι είδηση για το θέμα αυτό δημοσιεύθηκε στις 5 Ιανουαρίου, 2011, δηλαδή την επομένη της κοινοποίησης του παραπόνου του κ. Πουργουρίδη από την Επιτροπή, προκειμένου να δοθεί απάντηση. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι μετά τη δημοσίευση της είδησης και ανεξάρτητα από την καθυστέρηση στη δημοσίευση της, για την οποία δεν δόθηκε καμιά εξήγηση, δεν υπάρχει θέμα προς εξέταση.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
19/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
19/01/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε παραπόνου (19/22/9/2010) από το Σύνδεσμο φίλων παιδικού Ιδρύματος και τη Διευθύντρια των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας κ. Τούλα Κούλουμου για δημοσιεύματα της εφημερίδας «Πολίτης» στις 18 και 20 Αυγούστου, τα οποία αναφέρονταν σε ισχυρισμούς ότι κορίτσι 11 ετών που είχε τοποθετηθεί στο Ιδρυμα από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση στη διάρκεια διαμονής του σε κατασκήνωση στην Ελλάδα. Η είδηση δημοσιεύθηκε ως πρωτοσέλιδο θέμα μαζί με δίστηλη φωτογραφία προσώπου παιδιού, στην οποία τοποθετήθηκε μαύρη λωρίδα στη θέση των ματιών. Στο κείμενο αναφερόταν ότι το κοριτσάκι συνοδεύθηκε στην κατασκήνωση από λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, αλλά υπό την ιδιότητα του ως μέλους του Συνδέσμου Γονέων Δημοτικής Εκπαίδευσης και ότι ήταν το μόνο από άλλα 15 παιδιά που προερχόταν από το συγκεκριμένο Ιδρυμα. Όταν η μικρή επέστρεψε στην Κύπρο, συγγενικά της πρόσωπα βρήκαν αποθηκευμένα στο κινητό της τηλέφωνο τέσσερα μικρής διάρκειας βίντεο, που σύμφωνα με την εφημερίδα, παρουσιάζουν το κοριτσάκι να κακοποιείται σεξουαλικά και να προσπαθεί να κρύψει το πρόσωπό του σε κατάσταση πόνου. Σύμφωνα με την εφημερίδα, οι συγγενείς κατάγγειλαν την υπόθεση στην Υπουργό Εργασίας και αργότερα κλήθηκαν στην Αστυνομία για κατάθεση. Ο αστυνομικός ανακριτής τους ενημέρωσε ότι η μικρή ισχυρίστηκε ότι έκαμε μόνη της τα βίντεο χωρίς την παρουσία άλλων. Η μικρή εξετάστηκε από ιατροδικαστή που δεν διαπίστωσε σημάδια σεξουαλικής κακοποίησης. Το παράπονο του Συνδέσμου ανέφερε ότι με το δημοσίευμα η εφημερίδα εξευτέλισε το κοριτσάκι με ισχυρισμούς για σεξουαλική κακοποίησή του, οι οποίοι δεν αποδείχθηκε ότι ευσταθούσαν. Ο Σύνδεσμος κατάγγειλε επίσης τον τρόπο με τον οποίο προβλήθηκε το θέμα για σκοπούς εντυπωσιασμού. Η Διευθύντρια των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας κ. Τούλα Κούλουμου ανέφερε στο παράπονό της ότι, πέραν της παραβίασης προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, η εφημερίδα δημοσιοποίησε υπόθεση που αφορούσε σε παιδί υπό τη φροντίδα της, ως νόμιμου κηδεμόνα, χωρίς να ζητηθεί η συγκατάθεσή της. Επίσης ανέφερε ότι με το δημοσίευμα υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού, που μεταξύ άλλων προβλέπει, στο άρθρο 16, ότι «κανένα παιδί δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αυθαίρετης ή παράνομης επέμβασης στην ιδιωτική του ζωή, στην οικογένεια του, στην κατοικία του ή στην αλληλογραφία του, ούτε παράνομων προσβολών της τιμής και της υπόληψης του». Απαντώντας στα παράπονα, η εφημερίδα ανέφερε ότι θεώρησε πως αποτελούσε καθήκον της να δημοσιοποιήσει την υπόθεση, ανταποκρινόμενη στην έκκληση των συγγενών, προκειμένου να μη συγκαλυφθούν ευθύνες. Οι συγγενείς παρέδωσαν τα βίντεο από το κινητό της στην εφημερίδα, η οποία τα έθεσε στη διάθεση της Επιτροπής για πιστοποίηση των γεγονότων. Η εφημερίδα ανέφερε περαιτέρω ότι η φωτογραφία της μικρής δημοσιεύθηκε προκειμένου να αποτραπεί αμφισβήτηση της καταγγελίας και των στοιχείων που δόθηκαν στην εφημερίδα, και ότι το πρόσωπο καλύφθηκε κατά τρόπο που να μην αποκαλύπτεται η ταυτότητα της. Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τα ενώπιον της στοιχεία αποφάσισε ότι το δημοσίευμα περιέχει στοιχεία τα οποία οδηγούν στην αποκάλυψη της ταυτότητας του κοριτσιού, κατά παράβαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των προνοιών που αφορούν στην προστασία των παιδιών. Τα στοιχεία αυτά είναι η ίδια η φωτογραφία, που παρά το γεγονός ότι καλύφθηκαν τα μάτια, μπορεί να οδηγήσει σε αναγνώριση του κοριτσιού από ανθρώπους του περιβάλλοντός της Στέγης όπου φιλοξενείται, καθώς και άλλες λεπτομέρειες, όπως το όνομα του ιδρύματος το οποίο έχει την ευθύνη του και το γεγονός ότι ήταν το μόνο παιδί από αυτό το ίδρυμα που έμεινε στη συγκεκριμένη κατασκήνωση. Δεδομένης της αποκάλυψης της ταυτότητας του κοριτσιού, η Επιτροπή Διαπίστωσε επίσης παραβίαση των προνοιών του Κώδικα ότι τα ΜΜΕ «δεν αποκαλύπτουν άμεσα ή έμμεσα την ταυτότητα των θυμάτων βιασμού και άλλων σεξουαλικών αδικημάτων» και «ουδέποτε αποκαλύπτεται, άμεσα ή έμμεσα, η ταυτότητα παιδιών ηλικίας κάτω των 16 ετών, που είναι παραπονούμενοι, μάρτυρες ή κατηγορούμενοι σε υποθέσεις διάπραξης σεξουαλικών αδικημάτων». Επίσης διαπίστωσε παραβίαση της πρόνοιας του άρθρου 16 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Παιδί, που προστατεύει απόλυτα την ιδιωτική ζωή του παιδιού και η οποία έχει ενσωματωθεί στην πρόνοια της Κώδικα για προστασία των παιδιών.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
31/2009
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
09/12/2009
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο από γυναίκα ότι ο τηλεοπτικός σταθμός ΜΕΓΑ τη διέσυρε με ρεπορτάζ το οποίο πρόβαλε με σκοπό να τη βοηθήσει, χωρίς τελικά να τηρηθεί ο σκοπός για τον οποίο προβλήθηκε το ρεπορτάζ. (υπόθεση 31/12/11/2009). Η γυναίκα ανέφερε στο παράπονό της ότι αποτάθηκε η ίδια στο πρόγραμμα του σταθμού «Εχεις μέσο» και ζήτησε να τη βοηθήσουν να αντιμετωπίσει οικονομικά και άλλα προβλήματα. Τηλεοπτικό συνεργείο του σταθμού πήγε στο χωριό της και ετοίμασε ρεπορτάζ στο οποίο η γυναίκα διεκτραγωδούσε την οικογενειακή και οικονομική της κατάσταση. Το ρεπορτάζ προβλήθηκε στην εκπομπή «Εχεις μέσο» στις 23 Οκτωβρίου, 2009, και εν αγνοία της και στο δελτίο ειδήσεων το ίδιο βράδυ. Ως αποτέλεσμα της προβολής του ρεπορτάζ, κάποια άτομα της τηλεφώνησαν και προθυμοποιήθηκαν να τη βοηθήσουν και άλλα αποτάθηκαν στο ΜΕΓΑ, το οποίο όμως τα απέτρεψε αναφέροντας ότι η περίπτωση της γυναίκας ήταν υπό διερεύνηση. Η παραπονούμενη υποστήριξε ότι με τον τρόπο που χειρίστηκε το θέμα ο σταθμός διασύρθηκε η ίδια και ανέφερε ότι οι υπεύθυνοι για την εκπομπή αρνούνται να της μιλήσουν. Οι υπεύθυνοι της εκπομπής του ΜΕΓΑ Λουκάς Φουρλάς και Γωγώ Αλεξανδρινού ανέφεραν στην Επιτροπή ότι μετά την προβολή του ρεπορτάζ πήραν τηλεφωνήματα από ομοχωρίους της γυναίκας που ανέφεραν ότι η γυναίκα είναι λήπτης βοηθήματος από το Τμήμα Ευημερίας και πρόβαλαν διάφορους ισχυρισμούς γι’ αυτήν. Επίσης ανέφεραν ότι διερεύνησαν και επιβεβαίωσαν τους ισχυρισμούς και για το λόγο αυτό σταμάτησαν το ενδιαφέρον από μέλη του κοινού να βοηθήσουν. Περαιτέρω υποστήριξαν ότι η γυναίκα τους είχε παραπλανήσει, αποκρύβοντάς τους ότι είχε αποταθεί προηγουμένως και σε άλλους τηλεοπτικούς σταθμούς που πρόβαλαν την περίπτωσή της. Ανέφεραν ότι δεν είχαν διερευνήσει εκ των προτέρων την περίπτωση της γυναίκας, προτού ετοιμάσουν το ρεπορτάζ, γιατί σε καμιά από τις άλλες περιτπώσεις με τις οποίες είχαν ασχοληθεί προηγουμένως δεν είχαν παραπλανηθεί από τους ενδιαφερομένους. Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τα γεγονότα και τις εκατέρωθεν θέσεις κατέληξε στην απόφαση ότι δεν ευσταθεί το παράπονο της γυναίκας για διασυρμό, δεδομένου ότι η ίδια ζήτησε να γίνει το ρεπορτάζ και συνεργάστηκε παρέχοντας τα στοιχεία που περιλήφθηκαν σ’ αυτό. Περαιτέρω η Επιτροπή εξέτασε κατά πόσο με τον τερματισμό του ενδιαφέροντος από το κοινό να βοηθήσει τη γυναίκα εγείρεται θέμα απόκτηση πληροφοριών με παραπλανητικό ή δόλιο τρόπο και διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει παραβίαση της σχετικής πρόνοιας, αφού έρινε ότι ο τηλεοπτικός σταθμός ενήργησε με καλή πίστη και θεώρησε πως ήταν δικαίωμά του να σταματήσει κάθε περαιτέρω ενδιαφέρον από μέρους του κοινού για βοήθεια προς τη γυναίκα, με βάση τις πληροφορίες που έλαβε και διερεύνησε. Ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί ότι υπήρξε σοβαρή παράλειψη από μέρους του ΜΕΓΑ και των υπευθύνων της εκπομπής να προβούν σε επαρκή εκ των προτέρων δημοσιογραφική διερεύνηση της ακρίβειας των πληροφοριών που συμπεριέλαβαν στο ρεπορτάζ. Η μη διερεύνηση των πληροφοριών αντιβαίνει προς την πρόνοια ότι «τα ΜΜΕ μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια».
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
27/2009
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
09/12/2009
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε αυτεπαγγέλτως και ύστερα από παράπονο της Επιτρόπου για τα Δικαιώματα του Παιδιού κ. Λήδας Κουρσουμπά την περίπτωση μετάδοσης ή δημοσίευσης από τα ΜΜΕ φωτογραφίας και προσωπικών και οικογενειακών δεδομένων ανήλικου κοριτσιού το οποίο είχε εξαφανισθεί και βρεθεί. (υπόθεση 27/21/10/2009) Το κοριτσάκι εξαφανίστηκε το απόγευμα της 19ης Οκτωβρίου, 2009, ενώ βρισκόταν με τη μητέρα του σε φιλικό τους σπίτι σε προάστιο της Λευκωσίας. Κινητοποιήθηκε η Αστυνομία που άρχισε αμέσως έρευνες και έδωσε στη δημοσιότητα φωτογραφία του κοριτσιού με τα στοιχεία του, ζητώντας πληροφορίες για την ανεύρεσή του. Τα ΜΜΕ έδωσαν ευρεία δημοσιότητα στο θέμα και δημοσίευσαν τη φωτογραφία και το όνομά της, καθώς και δηλώσεις του εκπροσώπου Τύπου της Αστυνομίας για τις συνθήκες εξαφάνισής της. Το κοριτσάκι βρέθηκε την επόμενη ημέρα το απόγευμα πολύ κοντά στην περιοχή όπου είχε εξαφανισθεί και ενώ τηλεοπτικά συνεργεία και δημοσιογράφοι βρίσκονταν εκεί. Μετά την ανεύρεση του κοριτσιού, οι τηλεοπτικοί σταθμοί μετέδωσαν την ίδια ημέρα και τα έντυπα μέσα δημοσίευσαν την επομένη την είδηση της ανεύρεσης του κοριτσιού με αρκετές λεπτομέρειες. Τα πλείστα ΜΜΕ δημοσίευσαν ή μετέδωσαν φωτογραφίες της μικρής και λεπτομέρειες για την ίδια και την οικογένειά της. Η Επιτροπή, με βάση προηγούμενη απόφαση σε άλλη υπόθεση εξαφάνισης και ανεύρεσης ανήλικης (υπόθεση 23/2005), αφού εξέτασε το ενώπιόν της υλικό, κατέληξε στην απόφαση ότι η δημοσίευση φωτογραφιών του κοριτσιού, προσωπικών στοιχείων και δεδομένων, καθώς και πληροφοριών για την οικογενειακή ή προσωπική του κατάσταση και ευημερία συνιστούν παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και της Διεθνούς Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, την οποία με βάση τον Κώδικα, τα ΜΜΕ έχουν υποχρέωση να τηρούν. Ιδιαίτερα σοβαρή θεωρήθηκε η δημοσίευση πληροφοριών για το περιεχόμενο συνομιλίας με τη μητέρα του, οι οποίες, πέραν της παραβίασης του Κώδικα, αποδίδουν ποινικό αδίκημα σε ανήλικο, κατά παράβαση της νομοθετικής ρύθμισης ότι ανήλικα άτομα δεν κατηγορούνται για οποιοδήποτε αδίκημα. Η Επιτροπή επαναλαμβάνει με έμφαση ότι η δημοσίευση φωτογραφιών και πληροφοριών που δίδει η Αστυνομία στο πλαίσιο έρευνας για την ανεύρεση ελλειπόντων προσώπων γίνεται προς εξυπηρέτηση και επίτευξη ενός νόμιμου σκοπού, όπως η σύλληψη διαφευγόντων υπόπτων ή η ανεύρεση ελλειπόντων προσώπων , η οποία δικαιολογεί προσωρινή παρέκκλιση από τις ρυθμίσεις του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας κατ’ επίκληση της ρήτρας του δημοσίου συμφέροντος. Όμως, από τη στιγμή που ο νόμιμος σκοπός εκπληρώνεται, επανέρχεται η πλήρης ισχύς των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι έχουν υποχρέωση τήρησής τους. Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι η δήλωση εκπροσώπου της Αστυνομίας για το τι προηγήθηκε της εξαφάνισης –δήλωση που δυστυχώς επαναλήφθηκε από μερικά ΜΜΕ και μετά την ανεύρεση του κοριτσιού-συνιστά παραβίαση της πρόνοιας για μη αναφορά στην προσωπική κατάσταση ή ευημερία. Τα ΜΜΕ όφειλαν να μην την είχαν περιλάβει στις ειδήσεις τους, πολύ περισσότερο που δεν εξυπηρετούσε με κανένα τρόπο τις έρευνες για τον εντοπισμό του κοριτσιού. Η αιτιολογία ότι φωτογραφίες και προσωπικά δεδομένα του κοριτσιού είχαν ήδη δημοσιευθεί και επομένως δεν έβλαπτε δήθεν η επανάληψή τους δεν ευσταθεί, γιατί τέτοια συμπεριφορά επιτείνει τη βλάβη που είχε ήδη συντελεσθεί. Προς τούτο η Επιτροπή αναφέρει ότι έχει μαρτυρία πως το κοριτσάκι έγινε αντικείμενο περιέγειας με βάση φωτογραφίες που δημοσιεύθηκαν μετά την ανεύρεσή του. Κατωτέρω παρατίθενται οι λεπτομέρειες και στοιχεία που μεταδόθηκαν ή δημοσιεύθηκαν και τα οποία συνιστούν παραβίαση προνοιών του Κώδικα: ΑΝΤ1: Ανέφερε το χωριό καταγωγής του κοριτσιού. ΜΕΓΑ: Μετέδωσε φωτογραφία του κοριτσιού και της μητέρας του, καθώς και το όνομα, το επίθετο και το χωριό καταγωγής της μικρής. ΡΙΚ: Δεν πρόβαλε και δε μετέδωσε ο,τιδήποτε το επιλήψιμο. ΣΙΓΜΑ: Μετέδωσε το όνομα της μικρής και δήλωση εκπροσώπου της Αστυνομίας ως προς το τι προηγήθηκε της εξαφάνισης. PLUS TV: Μετέδωσε το όνομα και το επίθετο της μικρής και τη δήλωση του εκπροσώπου τύπου της Αστυνομίας ως προς το τι προηγήθηκε της εξαφάνισης. ΕΝΤΥΠΑ ΜΜΕ ΑΛΗΘΕΙΑ: Δημοσίευσε το όνομα της μικρής και λεπτομέρειες για το τι προηγήθηκε της εξαφάνισης, έλαβε όμως πρόνοια να καλύψει το πρόσωπο του κοριτσιού. ΜΑΧΗ: Δημοσίευσε φωτογραφία της μικρής. Δεν δημοσίευσε το όνομά της αλλά αναφέρθηκε στο λόγο εξαφάνισής της και στο χωριό καταγωγής της. ΠΟΛΙΤΗΣ: Δημοσίευσε το όνομα της μικρής και το λόγο εξαφάνισης. ΣΗΜΕΡΙΝΗ: Δημοσίευσε φωτογραφία και το όνομα της μικρής και λεπτομέρειες για το περιεχόμενο συνομιλίας με τη μητέρα της που προηγοήθηκε της εξαφάνισης, που αποδίδουν αδίκημα σε ανήλικο. ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ: Δημοσίευσε το όνομα της μικρής και το επίθετό της, το όνομα της μητέρας της και το τι προηγήθηκε της εξαφάνισης. ΧΑΡΑΥΓΗ: Δημοσίευσε φωτογραφία της μικρής και το όνομα της και τη δήλωση του εκπροσώπου της Αστυνομίας για το τι προηγήθηκε της εξαφάνισης.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
29/2009
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
09/12/2009
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο από μέλος του προσωπικού του ΡΙΚ ότι άρθρο της «Σημερινής» που αφορούσε στην οικονομική διαχείριση του ΡΙΚ συνιστούσε ανοίκεια επίθεση εναντίον των εργαζομένων στο Ιδρυμα. (υπόθεση 29/3/11/2009). Το άρθρο, που δημοσιεύθηκε στις 29/10/2009 με αφορμή έκθεση της Γενικής Ελέγκτριας για την οικονομική διαχείριση στο ΡΙΚ, ανέφερε μεταξύ άλλων: «Αργόσχολοι και με ηγεμονικούς μισθούς και ωφελήματα έχουν μετατρέψει τη δημόσια ραδιοτηλεόραση σε φέουδο και σεϊχάτο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Γενική Ελέγκτρια παρατήρησε πως το 70% της χορηγίας αναλώνεται σε μισθούς στο πολυάνθρωπο προσωπικό και μόνο το 30% διατίθεται σε προγράμματα εκσυγχρονισμού της λειτουργίας του Ιδρύματος». Η Επιτροπή μελέτησε το άρθρο και διαπίστωσε ότι το επίμαχο σημείο αποτελούσε μικρό μόνο μέρος του κειμένου, που αναφερόταν στην οικονομική διαχείριση στο ΡΙΚ, με βάση στοιχεία που περιλαμβάνονταν σε έκθεση της Γενικής Ελέγκτριας. Επίσης διαπίστωσε ότι αν και η αναφορά στο προσωπικό δεν έγινε με κόσμιο ύφος και χρησιμοποιήθηκε σκληρή γλώσσα, ήταν αόριστη και δεν υποδείκνυε συγκεκριμένα μέλη ή ομάδα μελών του προσωπικού του ΡΙΚ, το οποίο αριθμεί μερικές εκατοντάδες. Υπό το φως των ανωτέρω η Επιτροπή έκρινε ότι το απόσπασμα αυτό του άρθρου δεν συνιστούσε παραβίαση προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Διαφορετική θεώρηση θα συνιστούσε περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης, η οποία αποτελεί κεφαλαιώδες δικαίωμα και δεν θα πρέπει να περιορίζεται υπέρμετρα.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
28/2009
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
09/12/2009
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (28/22/10/2009) που υποβλήθηκε από τον Εκπρόσωπο Τύπου της Αστυνομίας εκ μέρους του Αρχηγού της Αστυνομίας, ότι δημοσίευμα της εφημερίδας «Πολίτης» περιείχε ανακριβείς και παραπλανητικές πληροφορίες. Το δημοσίευμα, ημερομηνίας 21ης Οκτωβρίου, 2009, υπό τον τίτλο «Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΠΟΥΛΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ» ανέφερε ότι εκπρόσωπος της «Stop International”, οργάνωσης που ασχολείται με την καταπολέμηση της σωματεμπορίας, είχε θέσει ενώπιον του τέως αρχηγού της Αστυνομίας υπόθεση στην οποία εμπλέκονταν τα ονόματα τριών αξιωματικών. Επίσης αναφερόταν σε καταγγελίες που έκαμε στην εφημερίδα ο εκπρόσωπος της οργάνωσης για εμπλοκή αστυνομικών σε διάφορες άλλες υποθέσεις. Η εφημερίδα δημοσίευσε επίσης καταγγελίες στις οποίες ο εκπρόσωπος της «Stop International” προέβη προς την εφημερίδα για εμπλοκή αστυνομικών σε ορισμένες υποθέσεις Το παράπονο της αστυνομίας ανέφερε ότι τα στοιχεία της είδησης αναφέρονταν στο παρελθόν, ενώ ο τίτλος αναφερόταν στο παρόν, συνιστούσε γενίκευση ότι όλη η Αστυνομία πουλά προστασία και επομένως προκαλεί παραπλάνηση. Επίσης ανέφερε ότι το δημοσίευμα συνιστούσε σοβαρή παραβίαση του ΚΔΔ γιατί περιείχε ανακριβή και μη τεκμηριωμένα στοιχεία. Περαιτέρω ανέφερε ότι το μόνο σημείο που ευσταθούσε απ' όλα όσα καταγράφονται στο δημοσίευμα, είναι η συνάντηση του τέως Αρχηγού Αστυνομίας με την εκπρόσωπο του Stop International, στον οποίο παρέθεσε κάποιες πληροφορίες οι οποίες είχαν δει το φως της δημοσιότητας στο παρελθόν, διερευνήθηκαν και δεν τεκμηριώθηκαν. Το παράπονο υποστηρίζει ότι γενικά το δημοσίευμα δημιουργεί δυσμενείς εντυπώσεις και πλήττει το κύρος και την εικόνα της Αστυνομίας. Ο Πολίτης ανέφερε στην απάντησή του ότι το δημοσίευμα δεν περιείχε καμιά ανακρίβεια, γιατί αναφερόταν σε γεγονότα σχετικά με τις καταγγελίες της οργάνωσης, που δεν διαψεύσθηκαν ούτε από το παράπονο. Περαιτέρω υποστήριξε ότι οι καταγγελλόμενοι αστυνομικοί απλώς πήραν μετάθεση, βρίσκονται στη δύναμη και «εμμέσως πλην σαφώς η Αστυνομία τους καλύπτει όταν αυτοί εξακολουθούν να πουλούν προστασία». Ως προς το γενικευμένο τίτλο, η εφημερίδα υποστήριξε ότι αποτελούσε μια γενική περιγραφή μελών του σώματος, κατά το πρότυπο της αναφοράς στην παρουσία Αστυνομίας σε ένα χώρο όπου υπάρχουν αστυνομικοί. Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τις εκατέρωθεν θέσεις, κατέληξε στην απόφαση ότι ο τίτλος «Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΠΟΥΛΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ» είναι ανακριβής και παραπλανητικός, γιατί στο δημοσίευμα δεν αναφέρεται κάτι το οποίο να συνάδει με το περιεχόμενο του τίτλου. Η εξήγηση ότι ο τίτλος δικαιολογείται από το γεγονός ότι καταγγελθέντες αστυνομικοί εξακολουθούν να υπηρετούν στη Δύναμη και πουλούν προστασία και επομένως η Αστυνομία ως σώμα πουλά προστασία δεν θεωρήθηκε πειστική, όπως δεν θεωρήθηκε ότι εσταθεί και η εξήγηση ότι ο γενικός χαρακτηρισμός «Αστυνομία» σημαίνει και μεμονωμένους αστυνομικούς. Ως προς θέμα της ακρίβειας και τεκμηρίωσης των καταγγελιών του εκπροσώπου της “Stop International», για τις οποίες υπάρχουν αντίθετες θέσεις των δύο πλευρών, η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν έχει τη δυνατότητα να ελέγξει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς. Η Επιτροπή θεωρεί, ωστόσο, ότι σε περιπτώσεις διατύπωσης ισχυρισμών εναντίον τρίτων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, οι δημοσιογράφοι, τηρώντας την πρόνοια του δικαιώματος απάντησης, οφείλουν να ζητούν την άποψη των άμεσα επηρεαζομένων και να τη δημοσιεύουν ταυτόχρονα με τους ισχυρισμούς. Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι σε περιπτώσεις δημοσίευσης ισχυρισμών όπως η παρούσα, το θέμα μπορεί να αντιμετωπισθεί με την άσκηση του δικαιώματος απάντησης από τους άμεσα επηρεαζόμενους.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
9/2009
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
10/11/2009
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε δύο παράπονα, το ένα από τον τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤΕΝΝΑ (9/4/5/2009) για δήλωση του εκπροσώπου τύπου του ΑΚΕΛ, υποστηρίζοντας ότι συνιστούσε επίθεση και απειλή εναντίον του και το άλλο από το ΑΚΕΛ (10/7/5/2009) εναντίον του ΑΝΤ1 για πολιτική δυσμενούς διάκρισης εις βάρος του ΑΚΕΛ. Στις 4 Μαΐου, 2009, ο ΑΝΤ1 υπέβαλε παράπονο ότι ο εκπρόσωπος τύπου του ΑΚΕΛ κ. Σταύρος Ευαγόρου προέβη σε γραπτή δήλωση, στις 30 Απριλίου, 2009, με αφορμή την παρουσίαση δημοσκόπησης από τον ΑΝΤ1, την προηγούμενη νύκτα, που αναφερόταν, μεταξύ άλλων στα αναμενόμενα ποσοστά των κομμάτων στις επικείμενες τότε ευρωεκλογές και στη δημοτικότητα της κυβέρνησης. Ειδικότερα, ο ΑΝΤ1 παραπονέθηκε ότι ο κ. Ευαγόρου προέβη σε επίθεση εναντίον του με τη φράση: «Οι ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες είναι εθνικός πλούτος. Παραχωρούνται στα ΜΜΕ για να ενημερώνουν αντικειμενικά τον κυπριακό λαό. Δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε να τις χρησιμοποιεί για την εξυπηρέτηση των όποιων στόχων…Ως ΑΚΕΛ…θα λάβουμε κάθε νόμιμο μέτρο για να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές συχνότητες θα χρησιμοποιούνται προς όφελος των πολιτών και όχι κατά το δοκούν». Στο παράπονο επισυνάφθηκε ανακοίνωση του ΑΝΤ1 που εκδόθηκε στις 30 Απριλίου, 2009, η οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι δεν μπορεί να γίνεται επίκληση των συχνοτήτων ως εθνικού πλούτου «οσάκις το περιεχόμενο μιας δημοσκόπησης ή μια είδησης ή η αξιολόγησή της δεν συμβαδίζει ή δεν αρέσει σε ένα οποιοδήποτε κόμμα. Και το Κόμμα να εκτοξεύει απειλές». Στις 7 Μαΐου, 2009, ο Γενικός Γραμματέας της Κ.Ε. του ΑΚΕΛ κ. Αντρος Κυπριανού, με επιστολή του έθεσε ενώπιον της Επιτροπής για ενημέρωση, «παράπονο για την πολιτική δυσμενούς διάκρισης που θεωρούμε ότι ακολουθεί εις βάρος του ΑΚΕΛ ο τηλεοπτικός σταθμός ΑΝΤ1». Η Επιτροπή πληροφόρησε το Γ.Γ. του ΑΚΕΛ ότι βρισκόταν στη διάθεσή του για εξέταση οποιασδήποτε συγκεκριμένης περίπτωσης δυσμενούς διάκρισης, την οποία θα έθετε ενώπιόν της με συγκεκριμένα στοιχεία. Παράλληλα ενημέρωσε τις δύο πλευρές για τα εκατέρωθεν παράπονα και ζήτησε υποστηρικτικά στοιχεία. Εκ μέρους του ΑΝΤ1, ο δικηγόρος κ. Λουκής Παπαφιλίππου υπέβαλε γραπτώς στις 4 Ιουλίου, 2009, λεπτομερείς θέσεις, τόσο ως προς την αρμοδιότητα της Επιτροπής να επιληφθεί του παραπόνου, όσο και επί του παραπόνου, αναλύοντας τη θέση ότι οι δηλώσεις του ΑΚΕΛ συνιστούσαν επίθεση. Ο κ. Παπαφιλίππου υποστήριξε ότι η Επιτροπή έχει δικαίωμα να επιληφθεί του παραπόνου, γιατί σε αντίθεση περίπτωση θα αυτοακύρωνε την αποστολή της για προάσπιση της συνταγματικά κατοχυρωμένης Ελευθερίας της Εκφρασης. Επίσης ανέφερε ότι δεν είναι δυνατό να επιλαμβάνεται η Επιτροπή παραπόνων εναντίον των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ αλλά να παραμένει θεατής όταν δέχονται επιθέσεις. Ως προς το σημείο για τις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες και τη θέση ότι αποτελούν εθνικό πλούτο ο κ. Παπαφιλίππου ανέφερε ότι από τη φράση αυτή «εξάγεται ο έμμεσος εκφοβισμός, αν όχι απειλή…ότι η συχνότητα που χρησιμοποιεί του έχει παραχωρηθεί και ανήκει στο κράτος… και κατά προέκταση το κράτος, που ελέγχει το κυβερνών ΑΚΕΛ, θα λάβει κάθε νόμιμο μέτρο για να προασπίσει όπως την εννοεί την δεοντολογική και αντικειμενική ενημέρωση για να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές συχνότητες θα χρησιμοποιούνται ανάλογα - όχι κατά το δοκούν». Περαιτέρω αναφέρθηκε σε δηλώσεις του κ. Ευαγόρου επί του ιδίου θέματος, στις οποίες διατύπωνε παράπονο ότι ο ΑΝΤ1, στις 25 Απριλίου, 2009, αξιολόγησε και πρόβαλε το έκτακτο παγκύπριο συνέδριο του ΑΚΕΛ ως ένατο θέμα στο δελτίο του και ανέφερε ότι η δήλωση αυτή αποτελούσε αμφισβήτηση της αξιολόγησης που έκαμε ένας διευθυντής ειδήσεων με πείρα τριάντα χρόνων και μια ομάδα εκτελεστικών και αρχισυντακτών με την ίδια πείρα. Ο Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ κ. Αντρος Κυπριανού απάντησε στις 21 Ιουλίου, 2009, αναφέροντας ότι θεωρεί πως με βάση την Ιδρυτική Πράξη και τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, «…η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται παραπόνων τηλεοπτικού σταθμού σε βάρος πολιτικού Κόμματος, είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτημα συγκεκριμένου μέσου». Στη συνέχεια, ο κ. Λουκής Παπαφιλίππου ζήτησε να παραθέσει και προφορικώς τις θέσεις του και προσήλθε ενώπιον υποεπιτροπής που συνεδρίασε στις 2 Σεπτεμβρίου, 2009. Ο κ. Παπαφιλίππου υποστήριξε ότι η Επιτροπή μπορεί να επιληφθεί, με βάση τον ΚΔΔ, παραπόνου εναντίον τρίτων και ειδικότερα εναντίον του ΑΚΕΛ για τον πρόσθετο λόγο ότι «ελέγχει ΜΜΕ». Επίσης αναφέρθηκε ειδικότερα στο Κυπριακό Βαρόμετρο που μεταδόθηκε στις 30 Απριλίου, 2009 και παρουσίαζε το Δημοκρατικό Συναγερμό πρώτο κόμμα και το ΑΚΕΛ δεύτερο με μικρή διαφορά, και είπε ότι η δημοσκόπηση αποδείχθηκε ότι ήταν απόλυτα ακριβής ως προς τα ποσοστά που πήραν τα κόμματα στις ευρωεκλογές. Υστερα από ενημέρωση της οποίας έτυχε για την προφορική κατάθεση του κ. Παπαφιλίππου, ο Εκπρόσωπος Τύπου του ΑΚΕΛ κ. Σταύρος Ευαγόρου πληροφόρησε την Επιτροπή ότι επιθυμούσε να θέσει τις θέσεις του κόμματος ενώπιον υποεπιτροπής. Ο κ. Ευαγόρου προσήλθε ενώπιον υποεπιτροπής στις 2 Οκτωβρίου, 2009 και επανέλαβε τη θέση του ΑΚΕΛ ότι η Επιτροπή δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί παραπόνου εναντίον κόμματος. Ανέφερε επίσης ότι η καταγγελία στην οποία προέβη για μεροληπτική στάση του ΑΝΤ1 προκύπτει όχι μόνο από τη μετάδοση του Κυπριακού Βαρόμετρου που αποτέλεσε αφορμή για τα εκατέρωθεν παράπονα, αλλά και από την εξέταση όλων των Κυπριακών Βαρομέτρων που μεταδόθηκαν προηγουμένως και δημιουργούσαν εντυπώσεις, καθώς και από τον αριθμό συμμετοχής εκπροσώπων που ΑΚΕΛ σε συζητήσεις στις μεσημβρινές εκπομπές. Ο κ. Ευαγόρου δεν έδωσε περαιτέρω συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με το παράπονο για διαχρονική μεροληπτική στάση ή για ελλιπή συμμετοχή εκπροσώπων του κόμματος σε εκπομπές του ΑΝΤ1. Ο κ. Λουκής Παπαφιλίππου υπέβαλε στην Επιτροπή κατάλογο συμμετοχών εκπροσώπων των κομμάτων σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές συζητήσεις του ΑΝΤ1, για να απαντήσει στην κατηγορία για μικρότερο μερίδιο του ΑΚΕΛ στις συζητήσεις. Κατά την εξέταση της υπόθεσης, η Επιτροπή σημείωσε ότι και οι δύο πλευρές ανέφεραν ότι δεν υπήρχε από μέρους τους καμιά κακή πρόθεση (mens rea) και ενεργώντας με βάση το άρθρο 17 των «Κανονισμών Λειτουργίας» που προβλέπει ότι «προτού εξετάσει το παράπονο, η Επιτροπή προσπαθεί να επιτύχει διευθέτηση με διαβούλευση με τα δύο μέρη ή με απ’ ευθείας διαβούλευση ή συνεννόηση των μερών» έκρινε σκόπιμο να καταβάλει προσπάθεια συνεννόησης των δύο μερών, η οποία δυστυχώς δεν τελεσφόρησε. Ως εκ της φύσεως της υπόθεσης, η Επιτροπή αφιέρωσε πολύ χρόνο στην εξέταση των δύο παραπόνων, τόσο σε επίπεδο υποεπιτροπών, όσο και σε επανειλημμένες συνεδρίες της ολομέλειας, γεγονός που εξηγεί και το μακρό χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε για την περάτωσή της. Η Επιτροπή προέβη σε ενδελεχή εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων, λαμβάνοντας υπόψη ότι οφείλει να αποφεύγει άμεση εμπλοκή σε αντιπαραθέσεις που είναι δυνατό να εκληφθούν ως ανάμιξή της σε θέματα που άπτονται πολιτικών θεμάτων, διότι αυτό είναι δυνατό να οδηγήσει σε υπόσκαψη της αποτελεσματικότητας της. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι με βάση τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας «δέχεται, επιλαμβάνεται και αποφασίζει επί παραπόνων για κατ’ ισχυρισμό παραβιάσεις του παρόντα Κώδικα από Λειτουργό η/και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, περιλαμβανομένων διαδικτυακών εκδόσεων των εγκεκριμένων ΜΜΕ με οπτικο-ακουστικό περιεχόμενο. Δίδει επίσης, κατά την κρίση της, στο πνεύμα αυτού του Κώδικα, ερμηνευτικές καθοδηγητικές γραμμές». Περαιτέρω η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν δημιουργείται δικαιοδοσία επί τρίτων με βάση την πρόνοια ότι «κατ’ εξαίρεση, η Επιτροπή μπορεί να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως θεμάτων λόγω της σημασίας και της σοβαρότητάς τους». Η Επιτροπή σημείωσε περαιτέρω ότι έχει επιφορτισθεί από τον Κώδικα Δημοσιογραφικής δεοντολογίας με την «υποχρέωση να προασπίζεται το δικαίωμα της Ελευθερίας Εκφρασης και την ανεξαρτησία των δημοσιογράφων» και κατ’ ακολουθίαν αποφάσισε ότι, στο πλαίσιο της αποστολής της έχει καθήκον και αρμοδιότητα να προβεί στην κατά την κρίση της κατάλληλη ενέργεια, υπό το πρίσμα των πιο πάνω προνοιών και του πνεύματος του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, για προάσπιση της Ελευθερίας της Εκφρασης. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν υπήρξε και δεν αποδείχθηκε πρόθεση από μέρους του ΑΝΤ1 να μεροληπτήσει σε βάρος του ΑΚΕΛ και ότι δεν αποδείχθηκε μετάδοση ή πρόθεση μετάδοσης ανακριβών πληροφοριών. Οσον αφορά την καταγγελία του ΑΝΤ1 περί απειλής εναντίον του εκ μέρους του ΑΚΕΛ, η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν υπήρξε πρόθεση διατύπωσης τέτοιας απειλής, αλλά διαπίστωσε ότι η φρασεολογία περί των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων ως εθνικού πλούτου ήταν ατυχής γιατί θα μπορούσε, σε συνδυασμό με συμφραζόμενα, να ερμηνευθεί ή να παρερμηνευθεί ως έμμεση απειλή εναντίον του δικαιώματος της Ελευθερίας Εκφρασης.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
10/2009
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
10/11/2009
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε δύο παράπονα, το ένα από τον τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤΕΝΝΑ (9/4/5/2009) για δήλωση του εκπροσώπου τύπου του ΑΚΕΛ, υποστηρίζοντας ότι συνιστούσε επίθεση και απειλή εναντίον του και το άλλο από το ΑΚΕΛ (10/7/5/2009) εναντίον του ΑΝΤ1 για πολιτική δυσμενούς διάκρισης εις βάρος του ΑΚΕΛ. Στις 4 Μαΐου, 2009, ο ΑΝΤ1 υπέβαλε παράπονο ότι ο εκπρόσωπος τύπου του ΑΚΕΛ κ. Σταύρος Ευαγόρου προέβη σε γραπτή δήλωση, στις 30 Απριλίου, 2009, με αφορμή την παρουσίαση δημοσκόπησης από τον ΑΝΤ1, την προηγούμενη νύκτα, που αναφερόταν, μεταξύ άλλων στα αναμενόμενα ποσοστά των κομμάτων στις επικείμενες τότε ευρωεκλογές και στη δημοτικότητα της κυβέρνησης. Ειδικότερα, ο ΑΝΤ1 παραπονέθηκε ότι ο κ. Ευαγόρου προέβη σε επίθεση εναντίον του με τη φράση: «Οι ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες είναι εθνικός πλούτος. Παραχωρούνται στα ΜΜΕ για να ενημερώνουν αντικειμενικά τον κυπριακό λαό. Δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε να τις χρησιμοποιεί για την εξυπηρέτηση των όποιων στόχων…Ως ΑΚΕΛ…θα λάβουμε κάθε νόμιμο μέτρο για να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές συχνότητες θα χρησιμοποιούνται προς όφελος των πολιτών και όχι κατά το δοκούν». Στο παράπονο επισυνάφθηκε ανακοίνωση του ΑΝΤ1 που εκδόθηκε στις 30 Απριλίου, 2009, η οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι δεν μπορεί να γίνεται επίκληση των συχνοτήτων ως εθνικού πλούτου «οσάκις το περιεχόμενο μιας δημοσκόπησης ή μια είδησης ή η αξιολόγησή της δεν συμβαδίζει ή δεν αρέσει σε ένα οποιοδήποτε κόμμα. Και το Κόμμα να εκτοξεύει απειλές». Στις 7 Μαΐου, 2009, ο Γενικός Γραμματέας της Κ.Ε. του ΑΚΕΛ κ. Αντρος Κυπριανού, με επιστολή του έθεσε ενώπιον της Επιτροπής για ενημέρωση, «παράπονο για την πολιτική δυσμενούς διάκρισης που θεωρούμε ότι ακολουθεί εις βάρος του ΑΚΕΛ ο τηλεοπτικός σταθμός ΑΝΤ1». Η Επιτροπή πληροφόρησε το Γ.Γ. του ΑΚΕΛ ότι βρισκόταν στη διάθεσή του για εξέταση οποιασδήποτε συγκεκριμένης περίπτωσης δυσμενούς διάκρισης, την οποία θα έθετε ενώπιόν της με συγκεκριμένα στοιχεία. Παράλληλα ενημέρωσε τις δύο πλευρές για τα εκατέρωθεν παράπονα και ζήτησε υποστηρικτικά στοιχεία. Εκ μέρους του ΑΝΤ1, ο δικηγόρος κ. Λουκής Παπαφιλίππου υπέβαλε γραπτώς στις 4 Ιουλίου, 2009, λεπτομερείς θέσεις, τόσο ως προς την αρμοδιότητα της Επιτροπής να επιληφθεί του παραπόνου, όσο και επί του παραπόνου, αναλύοντας τη θέση ότι οι δηλώσεις του ΑΚΕΛ συνιστούσαν επίθεση. Ο κ. Παπαφιλίππου υποστήριξε ότι η Επιτροπή έχει δικαίωμα να επιληφθεί του παραπόνου, γιατί σε αντίθεση περίπτωση θα αυτοακύρωνε την αποστολή της για προάσπιση της συνταγματικά κατοχυρωμένης Ελευθερίας της Εκφρασης. Επίσης ανέφερε ότι δεν είναι δυνατό να επιλαμβάνεται η Επιτροπή παραπόνων εναντίον των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ αλλά να παραμένει θεατής όταν δέχονται επιθέσεις. Ως προς το σημείο για τις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες και τη θέση ότι αποτελούν εθνικό πλούτο ο κ. Παπαφιλίππου ανέφερε ότι από τη φράση αυτή «εξάγεται ο έμμεσος εκφοβισμός, αν όχι απειλή…ότι η συχνότητα που χρησιμοποιεί του έχει παραχωρηθεί και ανήκει στο κράτος… και κατά προέκταση το κράτος, που ελέγχει το κυβερνών ΑΚΕΛ, θα λάβει κάθε νόμιμο μέτρο για να προασπίσει όπως την εννοεί την δεοντολογική και αντικειμενική ενημέρωση για να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές συχνότητες θα χρησιμοποιούνται ανάλογα - όχι κατά το δοκούν». Περαιτέρω αναφέρθηκε σε δηλώσεις του κ. Ευαγόρου επί του ιδίου θέματος, στις οποίες διατύπωνε παράπονο ότι ο ΑΝΤ1, στις 25 Απριλίου, 2009, αξιολόγησε και πρόβαλε το έκτακτο παγκύπριο συνέδριο του ΑΚΕΛ ως ένατο θέμα στο δελτίο του και ανέφερε ότι η δήλωση αυτή αποτελούσε αμφισβήτηση της αξιολόγησης που έκαμε ένας διευθυντής ειδήσεων με πείρα τριάντα χρόνων και μια ομάδα εκτελεστικών και αρχισυντακτών με την ίδια πείρα. Ο Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ κ. Αντρος Κυπριανού απάντησε στις 21 Ιουλίου, 2009, αναφέροντας ότι θεωρεί πως με βάση την Ιδρυτική Πράξη και τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, «…η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται παραπόνων τηλεοπτικού σταθμού σε βάρος πολιτικού Κόμματος, είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτημα συγκεκριμένου μέσου». Στη συνέχεια, ο κ. Λουκής Παπαφιλίππου ζήτησε να παραθέσει και προφορικώς τις θέσεις του και προσήλθε ενώπιον υποεπιτροπής που συνεδρίασε στις 2 Σεπτεμβρίου, 2009. Ο κ. Παπαφιλίππου υποστήριξε ότι η Επιτροπή μπορεί να επιληφθεί, με βάση τον ΚΔΔ, παραπόνου εναντίον τρίτων και ειδικότερα εναντίον του ΑΚΕΛ για τον πρόσθετο λόγο ότι «ελέγχει ΜΜΕ». Επίσης αναφέρθηκε ειδικότερα στο Κυπριακό Βαρόμετρο που μεταδόθηκε στις 30 Απριλίου, 2009 και παρουσίαζε το Δημοκρατικό Συναγερμό πρώτο κόμμα και το ΑΚΕΛ δεύτερο με μικρή διαφορά, και είπε ότι η δημοσκόπηση αποδείχθηκε ότι ήταν απόλυτα ακριβής ως προς τα ποσοστά που πήραν τα κόμματα στις ευρωεκλογές. Υστερα από ενημέρωση της οποίας έτυχε για την προφορική κατάθεση του κ. Παπαφιλίππου, ο Εκπρόσωπος Τύπου του ΑΚΕΛ κ. Σταύρος Ευαγόρου πληροφόρησε την Επιτροπή ότι επιθυμούσε να θέσει τις θέσεις του κόμματος ενώπιον υποεπιτροπής. Ο κ. Ευαγόρου προσήλθε ενώπιον υποεπιτροπής στις 2 Οκτωβρίου, 2009 και επανέλαβε τη θέση του ΑΚΕΛ ότι η Επιτροπή δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί παραπόνου εναντίον κόμματος. Ανέφερε επίσης ότι η καταγγελία στην οποία προέβη για μεροληπτική στάση του ΑΝΤ1 προκύπτει όχι μόνο από τη μετάδοση του Κυπριακού Βαρόμετρου που αποτέλεσε αφορμή για τα εκατέρωθεν παράπονα, αλλά και από την εξέταση όλων των Κυπριακών Βαρομέτρων που μεταδόθηκαν προηγουμένως και δημιουργούσαν εντυπώσεις, καθώς και από τον αριθμό συμμετοχής εκπροσώπων που ΑΚΕΛ σε συζητήσεις στις μεσημβρινές εκπομπές. Ο κ. Ευαγόρου δεν έδωσε περαιτέρω συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με το παράπονο για διαχρονική μεροληπτική στάση ή για ελλιπή συμμετοχή εκπροσώπων του κόμματος σε εκπομπές του ΑΝΤ1. Ο κ. Λουκής Παπαφιλίππου υπέβαλε στην Επιτροπή κατάλογο συμμετοχών εκπροσώπων των κομμάτων σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές συζητήσεις του ΑΝΤ1, για να απαντήσει στην κατηγορία για μικρότερο μερίδιο του ΑΚΕΛ στις συζητήσεις. Κατά την εξέταση της υπόθεσης, η Επιτροπή σημείωσε ότι και οι δύο πλευρές ανέφεραν ότι δεν υπήρχε από μέρους τους καμιά κακή πρόθεση (mens rea) και ενεργώντας με βάση το άρθρο 17 των «Κανονισμών Λειτουργίας» που προβλέπει ότι «προτού εξετάσει το παράπονο, η Επιτροπή προσπαθεί να επιτύχει διευθέτηση με διαβούλευση με τα δύο μέρη ή με απ’ ευθείας διαβούλευση ή συνεννόηση των μερών» έκρινε σκόπιμο να καταβάλει προσπάθεια συνεννόησης των δύο μερών, η οποία δυστυχώς δεν τελεσφόρησε. Ως εκ της φύσεως της υπόθεσης, η Επιτροπή αφιέρωσε πολύ χρόνο στην εξέταση των δύο παραπόνων, τόσο σε επίπεδο υποεπιτροπών, όσο και σε επανειλημμένες συνεδρίες της ολομέλειας, γεγονός που εξηγεί και το μακρό χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε για την περάτωσή της. Η Επιτροπή προέβη σε ενδελεχή εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων, λαμβάνοντας υπόψη ότι οφείλει να αποφεύγει άμεση εμπλοκή σε αντιπαραθέσεις που είναι δυνατό να εκληφθούν ως ανάμιξή της σε θέματα που άπτονται πολιτικών θεμάτων, διότι αυτό είναι δυνατό να οδηγήσει σε υπόσκαψη της αποτελεσματικότητας της. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι με βάση τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας «δέχεται, επιλαμβάνεται και αποφασίζει επί παραπόνων για κατ’ ισχυρισμό παραβιάσεις του παρόντα Κώδικα από Λειτουργό η/και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, περιλαμβανομένων διαδικτυακών εκδόσεων των εγκεκριμένων ΜΜΕ με οπτικο-ακουστικό περιεχόμενο. Δίδει επίσης, κατά την κρίση της, στο πνεύμα αυτού του Κώδικα, ερμηνευτικές καθοδηγητικές γραμμές». Περαιτέρω η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν δημιουργείται δικαιοδοσία επί τρίτων με βάση την πρόνοια ότι «κατ’ εξαίρεση, η Επιτροπή μπορεί να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως θεμάτων λόγω της σημασίας και της σοβαρότητάς τους». Η Επιτροπή σημείωσε περαιτέρω ότι έχει επιφορτισθεί από τον Κώδικα Δημοσιογραφικής δεοντολογίας με την «υποχρέωση να προασπίζεται το δικαίωμα της Ελευθερίας Εκφρασης και την ανεξαρτησία των δημοσιογράφων» και κατ’ ακολουθίαν αποφάσισε ότι, στο πλαίσιο της αποστολής της έχει καθήκον και αρμοδιότητα να προβεί στην κατά την κρίση της κατάλληλη ενέργεια, υπό το πρίσμα των πιο πάνω προνοιών και του πνεύματος του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, για προάσπιση της Ελευθερίας της Εκφρασης. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν υπήρξε και δεν αποδείχθηκε πρόθεση από μέρους του ΑΝΤ1 να μεροληπτήσει σε βάρος του ΑΚΕΛ και ότι δεν αποδείχθηκε μετάδοση ή πρόθεση μετάδοσης ανακριβών πληροφοριών. Οσον αφορά την καταγγελία του ΑΝΤ1 περί απειλής εναντίον του εκ μέρους του ΑΚΕΛ, η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν υπήρξε πρόθεση διατύπωσης τέτοιας απειλής, αλλά διαπίστωσε ότι η φρασεολογία περί των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων ως εθνικού πλούτου ήταν ατυχής γιατί θα μπορούσε, σε συνδυασμό με συμφραζόμενα, να ερμηνευθεί ή να παρερμηνευθεί ως έμμεση απειλή εναντίον του δικαιώματος της Ελευθερίας Εκφρασης.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
23/2009
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
10/11/2009
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (23/3/8/2009) από τον ιατρό Δημήτρη Παπαπέτρου ότι ο τηλεοπτικός Σταθμός ΣΙΓΜΑ αλλοίωσε ή διαστρέβλωσε το νόημα δηλώσεών του, σχετικά με τη λειτουργία κλινικών τεχνητής γονιμοποίησης ανθρώπινων ωαρίων στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Στο παράπονό του ο κ. Παπαπέτρου ανέφερε ότι η τηλεόραση του ΣΙΓΜΑ ζήτησε και πήρε τηλεφωνικές δηλώσεις του την 1η Αυγούστου, 2009 σχετικά με δημοσίευμα που ανέφερε ότι στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου λειτουργούν κλινικές τεχνητής γονιμοποίησης, οι οποίες, προκειμένου να προσελκύσουν πελάτες από το εξωτερικό, διαφημίζουν στο διαδίκτυο ότι προσφέρουν δωρεάν ωάρια που λαμβάνονται από ξένες φοιτήτριες. Σύμφωνα με τον κ. Παπαπέτρου, απάντησε ότι εάν τα ωάρια προσφέρονται δωρεάν τότε δεν υπάρχει τίποτε το μεμπτό, διότι όπου υπάρχει νομοθεσία (δεν υπάρχει στην Κύπρο) απαγορεύεται ρητά η πώληση ανθρώπινων ωαρίων ή άλλων οργάνων. Επίσης είπε ότι ρωτήθηκε για αναφορά στο δημοσίευμα ότι η διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης με δωρεάν ωαρίων στις ελεύθερες περιοχές στοιχίζει €10.000 και στις κατεχόμενες περιοχές μεταξύ €13-17 χιλιάδων και απάντησε ότι εξ όσων αντιλαμβάνεται από τις τιμές, τα ωάρια στα κατεχόμενα δεν είναι χωρίς χρηματικό αντίτιμο. Επίσης είπε ότι κλήθηκε να σχολιάσει το γεγονός πως τα τουρκοκυπριακά κέντρα εξωσωματικής γονιμοποίησης δηλώνουν ως βάση την «Κύπρο» και απάντησε ότι η περιγραφή μπορεί να μην είναι ακριβής, αλλά «σαφώς δεν ψεύδονται». Ο κ. Παπαπέτρου παραπονέθηκε ότι από το σύνολο των δηλώσεών του απομονώθηκε το μέρος που ανέφερε ότι το επίπεδο της ιατρικής στα κατεχόμενα είναι σαφώς χαμηλότερο από εκείνο στις ελεύθερες περιοχές, καθώς και μια φράση για την έλλειψη νομοθεσίας, με τρόπο που να φαίνεται ότι αναφερόταν μόνο στις κατεχόμενες περιοχές, ενώ εκείνος αναφερόταν γενικά στην Κυπριακή Δημοκρατία . Σύμφωνα με το παράπονο, «αυτό αποτελεί πλήρη διαστρέβλωση των δηλώσεων» στις οποίες προέβη, με σκοπό να «δώσουν έμφαση και αξιοπιστία στις απόψεις τους που είναι εκ διαμέτρου αντίθετες με τις δικές μου». Επίσης παραπονέθηκε για τον τίτλο της είδησης που μεταδόθηκε στην αρχή του δελτίου μαζί με τα άλλα θέματα της ημέρας ειδήσεων του δελτίου και ο οποίος ανέφερε: «Εμπόριο ωαρίων στα κατεχόμενο. Σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές, καταγγέλλουν γιατροί». Ο κ. Παπαπέτρου ανέφερε ότι ο τίτλος ήταν ανακριβής και παραπλανητικός, δεδομένου ότι στην είδηση μεταδόθηκαν μόνο δικές του δηλώσεις, στις οποίες δεν είχε αναφέρει ότι βρίσκονταν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές. Ο Διευθυντής Ειδήσεων του ΣΙΓΜΑ απάντησε ότι πράγματι μεταδόθηκε η φράση στον τίτλο της είδησης, εξηγώντας ότι η συντάκτρια της είδησης είχε επικοινωνήσει και με άλλους γιατρούς, οι οποίοι, με σαφήνεια δήλωσαν ότι πράγματι κινδυνεύουν ζωές όταν παρουσιάζεται έλλειψη ελέγχου και όταν οι εμφυτεύσεις σπερματοζωαρίων γίνονται από ανειδίκευτους γιατρούς, αλλά δεν ήταν σε θέση να τις κάμουν στην κάμερα. Όπως διαπιστώθηκε από την οπτικογράφηση του δελτίου, από τις δηλώσεις του κ. Παπαπέτρου μεταδόθηκαν μόνο σύντομα αποσπάσματα. Περιλήφθηκε η φράση ότι «σίγουρα το επίπεδο της ιατρικής στα κατεχόμενα υστερεί πολύ…» και η δήλωση ότι «εκείνοι οι οποίοι ασχολούνται με τέτοια θέματα, ελλείψει νομοθεσίας, ζουν επικίνδυνα…». Το πλήρες κείμενο των δηλώσεων του κ. Παπαπέτρου δεν ήταν διαθέσιμο για εξέταση από την Επιτροπή, αλλά όπως προκύπτει από τα στοιχεία του ρεπορτάζ που παρέθεσε ο ΣΙΓΜΑ, η συνομιλία του με τη δημοσιογράφο ήταν διάρκειας τουλάχιστον έξι λεπτών. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το τελικό ρεπορτάζ του σταθμού μικρή μόνο σχέση έχει με το σύνολο των δηλώσεων του κ. Παπαπέτρου. Ωστόσο η Επιτροπή αποφάσισε ότι, στο πλαίσιο της ελευθερίας έκφρασης και της ελευθερίας των ΜΜΕ, ήταν δικαίωμα του σταθμού να παρουσιάσει το θέμα από την οπτική γωνία της επιλογής του και να περιλάβει στο ρεπορτάζ του τα σημεία εκείνα των δηλώσεων που θεώρησε χρήσιμα. Από την άλλη, η Επιτροπή θεωρεί ότι θα συνιστούσε περιορισμό της δημοσιογραφικής ελευθερίας η επιβολή κανόνων για την έκταση στην οποία πρέπει να χρησιμοποιείται μια δήλωση. Η Επιτροπή θεωρεί ότι υπήρξε μεν αποσπασματική ή ελλιπής χρήση των δηλώσεων του κ. Παπαπέτρου, αλλά δεν διαπιστώθηκε αλλοίωση ή διαστρέβλωση τους. Επίσης θεωρεί ότι δεν προκύπτει θέμα λήψης πληροφοριών με παραπλανητικό τρόπο ή μετάδοσης παραπλανητικών πληροφοριών. Ωστόσο, η Επιτροπή αποφάσισε ότι ο τίτλος της είδησης για την εμφύτευση ωαρίων στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου ήταν ανακριβής, δεδομένου ότι δεν ανταποκρινόταν στο περιεχόμενο της είδησης, στην οποία δεν έγινε καμιά αναφορά σε δηλώσεις άλλων γιατρών, πέραν εκείνων του κ. Παπαπέτρου. Ως προς το θέμα κατά πόσο ο τηλεοπτικός σταθμός θα έπρεπε να είχε ενημερώσει τον κ. Παπαπέτρου για την πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει μόνο εκείνο το μέρος των δηλώσεών του που επέλεξε, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η παράλειψη αυτή δεν εμπίπτει σε καμιά από τις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, ούτε και αποτελεί υποχρέωση, αλλά αφορά στην τήρηση σχέσεων αβρότητας μεταξύ των δημοσιογράφων και των πηγών τους. Η Επιτροπή σημειώνει επίσης ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, οι άμεσα επηρεαζόμενοι μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα απάντησης, είτε με άμεση παρέμβαση είτε με άλλο τρόπο της επιλογής τους.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
22/2009
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
12/10/2009
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε αυτεπάγγελτα και κατόπιν παραπόνου (22/16/7/2009) της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού κ. Λήδας Κουρσουμπά, δημοσίευμα της «Σημερινής», σε σχέση με δικαστική απόφαση, στο οποίο αποκαλύφθηκε η ταυτότητα ανήλικου παιδιού, το όνομα του οποίου είχε εμπλακεί σε δικαστική διαμάχη μεταξύ της μητέρας και του συζύγου της, Το δημοσίευμα, ημερομηνίας 16ης Ιουλίου, αφορούσε σε δικαστική διαδικασία, στην οποία δύο γιατροί του δημοσίου και δύο ιδιώτες γιατροί κατηγορούντο ότι, σε συνεργασία με μια γυναίκα απέκρυβαν για έξι χρόνια από το σύζυγό της μητέρας στοιχεία τα οποία αποδείκνυαν ότι δεν ήταν ο βιολογικός πατέρας του παιδιού της. Το δημοσίευμα ανέφερε, πέραν των στοιχείων των εμπλεκομένων στη δικαστική υπόθεση, το όνομα του παιδιού, το χρόνο γέννησής του και δεδομένα υγείας, γενεαλογικά δεδομένα και οικογενειακά δεδομένα. Η κ. Κουρσουμπά ανέφερε στο παράπονό της, ότι η αποκάλυψη των δεδομένων αυτών παραβιάζει τις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επίδειξης ευαισθησίας στην παρουσίαση πληροφοριών που είναι επιβλαβείς… κυρίως στα παιδιά, περί σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, περί αποφυγής ειδήσεων που αφορούν στην προσωπική κατάσταση ή ευημερία των παιδιών και σεβασμού των προνοιών της Διεθνούς Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Παιδί. Ανέφερε επίσης ότι το δημοσίευμα αντιβαίνει στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που έχει αυξημένη ισχύ έναντι των εθνικών νόμων, καθώς και στον εθνικό νόμο περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Η «Σημερινή» απολογήθηκε για την αποκάλυψη του ονόματος του παιδιού και την αναφορά σε προσωπικά και οικογενειακά δεδομένα και απέδωσε την ενέργειά της αυτή σε παραδρομή, στην προσπάθεια του δημοσιογράφου να ενημερώσει για μια ενδιαφέρουσα υπόθεση. Η Επιτροπή διαπίστωσε την παραβίαση των προνοιών του κώδικα περί παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή, την αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων και τη δημοσιοποίηση της ταυτότητας παιδιού σε σχέση με την προσωπική του ευημερία και αποφάσισε ότι μετά την απολογία της εφημερίδας το θέμα θεωρείται λήξαν.