*Οι παλαιότερες αποφάσεις της ΕΔΔ αναδημοσιεύονται από το αρχείο και δεν έχει γίνει καμία παρέμβαση στο περιεχόμενό τους.
*Οι παλαιότερες αποφάσεις της ΕΔΔ αναδημοσιεύονται από το αρχείο και δεν έχει γίνει καμία παρέμβαση στο περιεχόμενό τους.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
3/2011
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
23/06/2011
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (3/15/3/2011) από την Eπίκουρο Καθηγήτρια Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κύπρου Ελένη Καλοκαιρινού, ότι άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Sunday Mail, στις 27/2/2011 και αναφερόταν στην ίδια παραβίασε πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Το παράπονο αφορούσε σε γεγονότα που ανάγονται στο 2009, όταν μετά την εκλογή της κ. Καλοκαιρινού στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, άλλος υποψήφιος διατύπωσε τον ισχυρισμό ότι η παραπονούμενη, σε άρθρο της που δημοσίευσε το 1999 είχε διαπράξει λογοκλοπή, δηλαδή αντιγραφή από το επιστημονικό έργο του φιλόσοφου Αλασντερ Μακιντάϊρ περί αρετής. Μετά τη δημοσίευση σχετικής είδησης από το δημοσιογράφο Ηλία Χαζού στη Sunday Mail, στις 10 Ιανουαρίου, 2009, το Πανεπιστήμιο Κύπρου άρχισε πειθαρχική διαδικασία εναντίον της κ. Καλοκαιρινού. Για το άρθρο αυτό η παραπονούμενη καταχώρισε αγωγή λιβέλου εναντίον του δημοσιογράφου και της εφημερίδας. Η πειθαρχική διαδικασία του Πανεπιστημίου Κύπρου έληξε με την αθώωση της κ. Καλοκαιρινού από την κατηγορία της λογοκλοπής από την Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου, τον Ιούνιο του 2010, για τυπικούς λόγους, και συγκεκριμένα επειδή οι κανονισμοί με βάση τους οποίους κινήθηκε η διαδικασία είχαν εγκριθεί μεταγενέστερα του γεγονότος που αποτελούσε το αντικείμενο της διερεύνησης. Το Σεπτέμβριο του 2010 η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Κύπρου αθώωσε την κ. Καλοκαιρινού και για λόγους ουσίας, αναφέροντας ότι είχε πεισθεί ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση λογοκλοπής και κήρυξε το θέμα λήξαν. Στις 27 Φεβρουαρίου, 2011, η εφημερίδα Sunday Mail δημοσίευσε άρθρο του κ. Χαζού, το οποίο σχολίαζε τον όλο χειρισμό του θέματος, με επίκεντρο την αναφορά στην αθωωτική απόφαση της Συγκλήτου ότι «ορισμένες παραπομπές στο έργο του Α. Μακιντάιαρ θα μπορούσαν να είχαν γίνει πιο προσεκτικά». Το άρθρο προχωρούσε στη διαπίστωση ότι η αναφορά αυτή βρισκόταν σε αντίφαση με την απόφαση της Συγκλήτου πως «δεν επρόκειτο για περίπτωση λογοκλοπής» και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η φρασεολογία που χρησιμοποιήθηκε παρέπεμπε σε μη εκ προθέσεως λογοκλοπή, δηλαδή σε κακή χρήση παραπομπών χωρίς πρόθεση εξαπάτησης. Περαιτέρω ασκούσε κριτική στην απόφαση, αναφέροντας ότι «οποιοδήποτε πανεπιστήμιο που αξίζει να ονομάζεται έτσι θα πρέπει να είναι έτοιμο να υποδείξει ότι η μη σκόπιμη λογοκλοπή εξακολουθεί να είναι λογοκλοπή και η τσαπατσούλικη εργασία δεν αποτελεί δικαιολογία». Τέλος ανέφερε ότι η απόφασή της Συγκλήτου θα ήταν περισσότερο λογική αν υιοθετούσε το πόρισμα του ερευνώντος λειτουργού, το οποίο υποβλήθηκε στην πειθαρχική επιτροπή. Το πόρισμα υποστήριζε ότι η κ. Καλοκαιρινού διέπραξε μη εκ προθέσεως λογοκλοπή και ότι θα έπρεπε να της είχε επιβληθεί η πιο ήπια ποινή της γραπτής επίπληξης, που διαγράφεται μετά τριετία. Η παραπονούμενη ανέφερε, μέσω του δικηγόρου της κ. Ξενή Ξενοφώνος, ότι το άρθρο: (α) Παραβιάζει προσωπικά δεδομένα της κας Καλοκαιρινού αναφερόμενο στο όνομά της. (β) Παρουσιάζει μεροληπτικά την αθώωση της κας Καλοκαιρινού αποδίδοντας την σε δήθεν διαδικαστικούς λόγους, ενώ αυτή επήλθε και για λόγους ουσίας. (γ) Επιμένει σε δήθεν ύπαρξη λογοκλοπής, παραθέτοντας μόνο την άποψη ότι υπήρξε λογοκλοπή, χωρίς να λάβει την άποψη της κας Καλοκαιρινού, ή έστω την άποψη των μελών της Επιτροπής Πειθαρχικού Ελέγχου του Πανεπιστημίου Κύπρου, η οποία και την αθώωσε. (δ) Παραβιάζει το τεκμήριο της αθωώτητας, αποδίδοντας στην κα Καλοκαιρινού τη διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος ακόμη και μετά την αθώωση της. (ε) Ασχολείται με το θέμα αρκετό καιρό μετά την παρέλευση του και ενώ αυτό δεν σχετίζεται με την επικαιρότητα. Η εφημερίδα απάντησε ότι το άρθρο έδινε έμφαση στον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από το Πανεπιστήμιου και ότι δεν ετίθετο θέμα μεροληπτικής παρουσίασης του θέματος, αναφέροντας ότι κατέγραφε τα ουσιώδη γεγονότα. Η εφημερίδα ανέφερε επίσης ότι σκοπός του άρθρου ήταν να επισημάνει την ανακολουθία στη συλλογιστική της Συγκλήτου, η οποία «από τη μια…αθωώνει την παραπονούμενη και από την άλλη την παροτρύνει να είναι πιο προσεκτική στης παραπομπές της». Κατά την εξέταση του παραπόνου η Επιτροπή έλαβε υπόψη το γεγονός ότι εκκρεμεί αγωγή λιβέλου ενώπιον δικαστηρίου και για το λόγο αυτό απέφυγε να υπεισέλθει σε θέματα που δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο της δικαστικής διαδικασίας και απόφασης. Η Επιτροπή περιορίστηκε να εξετάσει τις πτυχές που αφορούν σε παραβιάσεις προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή μελέτησε τα επί μέρους παράπονα της κ. Καλοκαιρινού και αποφάσισε ότι η δημοσίευση και μόνο του ονόματος της δεν συνιστούσε, υπό τις περιστάσεις, παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί ιδιωτικης ζωής. Και αυτό διότι το θέμα αφορούσε αποκλειστικά σ’ αυτήν και είχε ήδη τύχει ευρείας δημοσιότητας, ενώ πέραν του ονόματος της δεν αναφέρθηκαν οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Περαιτέρω αποφάσισε ότι δεν ετίθετο θέμα παραβίασης της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, δεδομένου ότι η πρόνοια αυτή έχει εφαρμογή πριν από την εκδίκαση μιας υπόθεσης και όχι στην περίπτωση σχολιασμού μιας δικαστικής ή οιωνοί δικαστικής απόφασης. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι ο σχολιασμός της απόφασης της Συγκλήτου, η άσκηση κρητικής για την απόφασή και η διατύπωση απόψεων από το συντάκτη του άρθρου αποτελούσε αναφαίρετο δικαίωμα της εφημερίδας, στο πλαίσιο του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης. Η διατύπωση απόψεων και σχολίων έγινε επί συγκεκριμένων στοιχείων τα οποία ο δημοσιογράφος είχε τεκμηριώσει. Περαιτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε πως, δεδομένου του γεγονότος ότι ο δημοσιογράφος, μετά την αθώωση της κ. Καλοκαιρινού, διατύπωσε τη δική του άποψη περί διάπραξης μη ηθελημένης λογοκλοπής και επικαλέστηκε ανάλογες αναφορές στο πόρισμα του ερευνώντος λειτουργού, οι οποίες σαφώς έθιγαν την παραπονούμενη, θα έπρεπε να είχε παραθέσει και τις θέσεις και απόψεις της , στο πλαίσιο της παροχής του δικαιώματος απάντησης. Η εφημερίδα ανέφερε ότι δεν ζήτησε την άποψη της παραπονούμενης επειδή ήταν γνωστή, εφ’ όσον η ίδια είχε υποβάλει μήνυση λιβέλου στην εφημερίδα. Η Επιτροπή επισήμανε ότι ο ερευνών λειτουργός δεν ήταν το αρμόδιο όργανο για να αποφασίσει επί της κατηγορίας για διάπραξη λογοκλοπής –γεγονός που ανέφερε και ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου- και οι απόψεις του δεν αναφέρθηκαν ως βάση είτε για την απόφαση της Επιτροπής Πειθαρχικού Ελέγχου είτε της Συγκλήτου. Κατά συνέπεια η Επιτροπή αποφάσισε ότι από τη στιγμή που ο συντάκτης του άρθρου επέλεξε να ασκήσει κριτική για την απόφαση και να παραθέσει τόσο τα δικά του σχόλια όσο και τις απόψεις του ερευνώντος λειτουργού που έθιγαν την παραπονούμενη, όφειλε να μεριμνήσει να δημοσιευθούν και οι απόψεις της, στο πλαίσιο των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί παροχής στους άμεσα επηρεαζομένους του δικαιώματος απάντησης στην κατάλληλη περίπτωση. Το γεγονός ότι οι απόψεις της παραπονουμένης αναφέρθηκαν στην αγωγή λιβέλου εναντίον της εφημερίδας δεν αποτελεί δικαιολογητικό για την παράλειψη, δεδομένου ότι αντικειμενικά δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί πως τις γνώριζαν ή ότι θα έπρεπε να τις γνωρίζουν και οι αναγνώστες. Ακόμη και να ήταν γνωστές, είχαν διατυπωθεί στο πλαίσιο της αγωγής λιβέλου και όχι ως απάντηση σε σχόλια του δημοσιογράφου και του ερευνώντος λειτουργού. Κατά συνέπεια, η παράλειψη λήψης και δημοσίευσης των απόψεων της παραπονουμένης συνιστά παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί παραχώρησης του δικαιώματος απάντησης, η οποία μάλιστα θα έπρεπε, ως εκ της φύσης του θέματος, να δημοσιευθεί ταυτόχρονα με το υπόλοιπο κείμενο. Περαιτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε πως δεν ευσταθεί το παράπονο ότι η αθώωση της παραπονουμένης παρουσιάστηκε μεροληπτικά ως επελθούσα μόνο για διαδικαστικούς λόγους. Η εφημερίδα έγραψε μεν ότι η Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου αποφάσισε να αθωώσει την κ. Καλοκαιρινού για τυπικούς λόγους, αλλά ταυτόχρονα παρέθεσε την απόφαση της Συγκλήτου, που καταγράφηκε στα πρακτικά συνεδρίας της ημερομηνίας 8ης Σεπτεμβρίου, 2010, σύμφωνα με τα οποία «μετά από ανταλλαγή διαφόρων απόψεων η Σύγκλητος αναφέρει ότι από τα στοιχεία που έχει ενώπιον της έχει πεισθεί ότι δεν πρόκειται για περίπτωση λογοκλοπής από το έργο του Alasdair Macintyre», έστω και αν παρέλειψε το σκεπτικό, ότι δηλαδή «στο θέμα του άρθρου και στον τίτλο αναφέρεται σαφώς ότι πρόκειται για ανάλυση του έργου του Α. Macintyre». Επίσης παρέθεσε δήλωση του πρύτανη κατά την περίοδο εκείνη ότι η Σύγκλητος είχε ασχοληθεί με την ουσία της υπόθεσης. Τέλος, η Επιτροπή αποφάσισε ότι το γεγονός πως η εφημερίδα ασχολήθηκε με το θέμα με αρκετή καθυστέρηση δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί, υπό τις περιστάσεις, ως μεροληπτική μεταχείρηση κατά παράβαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
2/2011
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
26/05/2011
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (2/21/2/21011) από το Κίνημα Οικολόγων-Περιβαλλοντιστών, ότι το ΡΙΚ, σε είδησή του σχετικά με επίσκεψη στο ανθρωπολογικό εργαστήριο της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων στις 9/2//2011 παρέλειψε να μεταδώσει δηλώσεις του εκπροσώπου τύπου του Κινήματος και βουλευτή κ. Γιώργου Περδίκη, ενώ μετέδωσε τις δηλώσεις όλων των άλλων που συμμετείχαν στην επίσκεψη. Στο παράπονο αναφέρεται ότι το Τμήμα Ειδήσεων του ΡΙΚ αντιμετωπίζει το Κίνημα των Οικολόγων «γενικώς με σεβασμό και εκτίμηση» αλλά διατυπώνεται καταγγελία ότι υποβαθμίζει συστηματικά «την πολιτική πρωτιά του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών για θέματα που αφορούν κοινή δράση με τουρκοκυπριακά κόμματα ή κινήσεις». Συναφώς, ζητήθηκε να εξετασθεί «ο βαθμός παρουσίασης των δραστηριοτήτων των Οικολόγων (Δημοσιογραφικές Διασκέψεις, εκπομπές κλπ) τον τελευταίο χρόνο, οι οποίες ήταν κοινές με Τουρκοκυπριακά κόμματα και οργανώσεις και ιδιαίτερα η συμμετοχή σε εκπομπές του τουρκικού τμήματος του ΡΙΚ». Οσον αφορά στο πρώτο παράπονο, το ΡΙΚ απάντησε ότι πράγματι δεν μεταδόθηκε η δήλωση του εκπροσώπου του Κινήματος Οικολόγων κατά την επίσκεψη στο εργαστήριο της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων, όχι από σκοπιμότητα, αλλά από λάθος του δημοσιογράφου, που κάλυψε το γεγονός. Σύμφωνα με το ΡΙΚ, ο κ. Περδίκης επικοινώνησε με το δημοσιογράφο που έγραψε την είδηση, ο οποίος παραδέχθηκε ότι η δήλωσή δεν μεταδόθηκε από αβλεψία και λόγω πίεσης εργασίας και απολογήθηκε για την παράλειψη. Οσον αφορά το παράπονο για δυσμενείς διακρίσεις και συστηματικής παραγνώρισης των δραστηριοτήτων του Κινήματος, το ΡΙΚ απάντησε ότι «παρά το εκτόπισμα του Κινήματος, όπως εκφράζεται με τα ποσοστά του και την εκπροσώπησή του στη Βουλή και παρά τις διατάξεις του νόμου περί ακριβοδίκαιης μεταχείρισης, το Κίνημα τυγχάνει προνομιακής και πέραν του εκτοπίσματός του προβολής από τα ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά του δελτία ειδήσεων και τις ενημερωτικές του ζώνες». Επίσης ανέφερε ότι «δεν σημαίνει ότι κάθε δραστηριότητα του Κινήματος, όπως και των άλλων κομμάτων, θα πρέπει να προβάλλεται από τα δελτία ειδήσεων, αλλά μόνο εκείνες που περιέχουν το στοιχείο της είδησης». Ως προς το παράπονο για παράλειψη μετάδοσης δηλώσεων του κ. Περδίκη κατά την επίσκεψη στο ανθρωπολογικό εργαστήριο, η Επιτροπή σημείωσε ότι δεν αμφισβητείται από το ΡΙΚ πως υπήρξε παράλειψη, έστω και αν δεν υπήρχε πρόθεση δυσμενούς διάκρισης και επομένως υπήρξε παραβίαση των προνοιών περί αποφυγής δυσμενών διακρίσεων και ολοκληρωμένης και αντικειμενικής ενημέρωσης. Ως προς το παράπονο περί συστηματικής παράλειψης του Τμήματος Τουρκικών Προγραμμάτων του ΡΙΚ να προβάλει κοινές δραστηριότητες του Κινήματος Οικολόγων με Τουρκοκυπριακά κόμματα, το ΡΙΚ δεν έδωσε καμιά απάντηση πέραν της γενικής αναφοράς περί προβολής των δραστηριοτήτων του κινήματος στα δελτία ειδήσεων και στις ενημερωτικές ζώνες. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεσμεύεται από τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας να εξετάζει μόνο παράπονα για συγκεκριμένες περιπτώσεις παραβίασης του Κώδικα μέσα σε χρονικό περιθώριο 30 ημερών πριν από την υποβολή του παραπόνου και δεν έχει δικαίωμα εξέτασης γενικώς της συμπεριφοράς των ΜΜΕ, ζήτησε από το Κίνημα Οικολόγων να αναφέρει συγκεκριμένες περιπτώσεις παράλειψης του ΡΙΚ να καλύψει κοινές δραστηριότητές του με Τουρκοκυπριακά Κόμματα, ώστε να ζητηθούν οι θέσεις του Ιδρύματος. Αντί της αναφοράς συγκεκριμένων περιπτώσεων, το Κίνημα Οικολόγων υπέβαλε στην Επιτροπή έκθεση του ΡΙΚ στην οποία καταγράφονται οι περιπτώσεις φιλοξενίας του Κινήματος σε διάφορες εκπομπές του. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι στην έκθεση δεν καταγράφεται καμιά φιλοξενία του Κινήματος Οικολόγων σε προγράμματα του Τουρκικού Τμήματος του ΡΙΚ. Ομως, επειδή η Επιτροπή δεν γνωρίζει αν υπήρξαν οποιεσδήποτε κοινές δραστηριότητες του Κινήματος Οικολόγων με Τουρκοκυπριακά κόμματα και δεδομένου ότι το Κίνημα Οικολόγων δεν ανέφερε συγκεκριμένες περιπτώσεις παράλειψης προβολής δραστηριοτήτων του, προκειμένου να ζητηθούν οι θέσεις του ΡΙΚ, η Επιτροπή διαπίστωσε αντικειμενική αδυναμία να προχωρήσει σε εξέταση του συγκεκριμένου αυτού παραπόνου, το οποίο, με βάση τον Κώδικα και την πρακτική που ακολουθείται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, απορρίπτεται.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
5/2011
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
26/05/2011
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε παραπόνου (5/14/4/2011) εναντίον έντυπων ΜΜΕ ότι στις 14 Απριλίου, 2011, δημοσίευσαν φωτογραφίες από την κηδεία του τέως Υπουργού Παιδείας Ακη Κλεάνθους που παρουσίαζαν τον οκτάχρονο γιο του πάνω από το φέρετρο του πατέρα του. Στη διαδικασία της εξέτασης του παραπόνου η Επιτροπή διαπίστωσε ότι και εκπέμποντα ΜΜΕ είχαν μεταδώσει ανάλογες εικόνες την προηγούμενη και ως εκ τούτου αποφάσισε, αντί απόφασης για συγκεκριμένα ΜΜΕ να εκδώσει ανακοίνωση σχετικά με τον τρόπο χειρισμού ανάλογων θεμάτων, όπως διαγράφεται από τις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Κατά την εξέταση του θέματος, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι ο αιφνίδιος θάνατος του τέως Υπουργού Παιδείας προκάλεσε συγκίνηση στην Κυπριακή κοινωνία και ότι, δεδομένης της προσφοράς του και των οικογενειακών του συνθηκών, η κηδεία ήταν φυσικό να βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των ΜΜΕ. Επίσης έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η οικογένεια έδωσε τη συγκατάθεσή της και το παιδί μίλησε στην κηδεία του πατέρα του ενώπιον μεγάλου αριθμού ατόμων. Ωστόσο, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η κηδεία οποιουδήποτε προσώπου δεν παύει να αποτελεί ιδιωτικό γεγονός για τα μέλη της οικογένειάς του, τα οποία έχουν δικαίωμα σε ιδιωτικές στιγμές έκφρασης της θλίψης τους, χωρίς να γίνουν αντικείμενο δημοσιότητας. Το γεγονός ότι το παιδί μίλησε μπροστά σε όσους συγκεντρώθηκαν για την κηδεία δεν δικαιολογεί την παραβίαση σειράς προνοιών του Κώδικα, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι η παραβίαση αφορούσε σε ένα οκτάχρονο παιδί. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα ΜΜΕ και οι λειτουργοί τους θα πρέπει, κατά το χειρισμό ανάλογων περιπτώσεων να τηρούν τη γενική υποχρέωση που πηγάζει από τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, δηλαδή να επιδεικνύουν την αρμόζουσα ευαισθησία και να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και διακριτικοί στην παρουσίαση θεμάτων όπως ο ανθρώπινος πόνος και ο θάνατος. Ο Κώδικας προβλέπει επίσης ότι «σε περίπτωση πένθους, θλίψης ή ψυχικού κλονισμού επιβάλλεται στο μέγιστο βαθμό προσέγγιση που να τη χαρακτηρίζει διακριτικότητα και συμπάθεια και αποφυγή οποιασδήποτε πράξης που είναι δυνατό να οξύνει τον ανθρώπινο πόνο». Περαιτέρω προβλέπει ότι «τα ΜΜΕ… αποφεύγουν τη δημοσίευση/μετάδοση εικόνων που παρουσιάζουν άτομα υπό συνθήκες πένθους, θλίψης ή ψυχικού κλονισμού». Ειδικότερα, γα τα παιδιά προνοείται ότι οι λειτουργοί των ΜΜΕ δεν φωτογραφίζουν και δεν δημοσιεύουν φωτογραφίες παιδιών κάτω των 16 ετών σε σχέση με την προσωπική τους κατάσταση ή ευημερία χωρίς τη συγκατάθεση γονέως τους ή ατόμου που έχει την ευθύνη γι’ αυτά. Επίσης υποχρεούνται να τηρούν τις πρόνοιες της Διεθνούς Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Παιδί. Η Σύμβαση αυτή προνοεί, στο άρθρο 16, ότι «κανένα παιδί δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αυθαίρετης ή παράνομης επέμβασης στην ιδιωτική του ζωή…» και ότι τα παιδιά δικαιούνται να προστατεύονται από το νόμο έναντι τέτοιων επεμβάσεων. Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας προτρέψει τα ΜΜΕ και τους λειτουργούς τους να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στο χειρισμό ανάλογων θεμάτων στο μέλλον και να μην εστιάζουν σε άτομα κατά τρόπο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
1/2011
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
28/01/2011
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Στην Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας υποβλήθηκε παράπονο (1/17/1/2011) από πολίτη, ότι η εφημερίδα «Πολίτης» σε σχόλιό της στις 19 Δεκεμβρίου, 2010, είχε προβεί σε ανοίκεια προσωπική επίθεση σε βάρος του με υβριστικούς και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς. Το δημοσίευμα αφορούσε στη διαμάχη μεταξύ των μελών της προσωρινής διοικούσας επιτροπής του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου και διατύπωνε τον ισχυρισμό ότι ο πρόεδρός της και οι συνεργάτες του έδειξαν προτίμηση στην πρόσληψη ομοϊδεατών τους, μεταξύ των οποίων και διοικητικού υπαλλήλου που «πήρε σβάρνα τα Μέσα που ασχολήθηκαν με τα όσα τραγελαφικά συμβαίνουν στον Ανοικτό Πανεπιστήμιο», προσπαθώντας «να πείσει περί του αντιθέτου». Το δημοσίευμα χαρακτήριζε το διοικητικό υπάλληλο «ακραίο στοιχείο». Η Επιτροπή επιλήφθηκε του παραπόνου αλλά αποφάσισε να μην προχωρήσει στην περαιτέρω διερεύνησή του και στη λήψη απόφασης επί της ουσίας, επειδή έκρινε ότι από το περιεχόμενο του δημοσιεύματος δεν θα ήταν δυνατό να εξαχθεί ότι αναφερόταν στον παραπονούμενο και όχι σε οποιοδήποτε άλλο διοικητικό υπάλληλο. Για το λόγο αυτό αποφάσισε επίσης να τηρήσει την ανωνυμία του παραπονουμένου.
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
20/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
08/12/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΔΙΕΥΘΕΤΗΘΕΝ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (20/26/10/2010) από τη Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης κ. Α. Σιακαλλή, ότι ο «Πολίτης» δεν δημοσίευσε απαντητική επιστολή της σε σχέση με δημοσίευμα της εφημερίδας ως προς την ακολουθούμενη πρακτική από το τμήμα σε θέματα που αφορούν στη μεταναστευτική πολιτική. Το παράπονοανέφερε ότι η άρνηση συνιστά παραβίαση των γενικών διατάξεων του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί σεβασμού της αλήθειας, του δικαιώματος για αντικειμενική , ολοκληρωμένη και έγκυρη πληροφόρηση και του Δικαιώματος Απάντησης. Υστερα από υπόδειξη του Γραμματέα της Επιτροπής, η εφημερίδα δημοσίευσε το ουσιώδες μέρος της επιστολής ως μέρος είδησής της στις 9 Νοεμβρίου, 2010. Κατόπιν τούτου η Επιτροπή θεωρεί το θέμα ως διευθετηθέν.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
17/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
03/11/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ, ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (17/10/9/2010) από τον ιατρό γυναικολόγο κ. Σάββα Σάββα εναντίον του δημοσιογράφου Μάριου Δημητρίου για δημοσίευση επιστολής του παραπονούμενου στη στήλη του που διατηρεί στην εφημερίδα «Σημερινή». Ειδικότερα, ο κ. Σάββα παραπονέθηκε πως ο κ. Δημητρίου δημοσίευσε στην στήλη που διατηρεί αυτούσιο ηλεκτρονικό μήνημα που του είχε αποστείλει, συμπεριλαμβανομένων και των επαγγελματικών του στοιχείων, χωρίς τη συγκατάθεση του. Ο κ. Σάββα ανέφερε ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα απεστάλη στην προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση του κ. Δημητρίου και όχι στην ηλεκτρονική διεύθυνση της εφημερίδας όπου εργάζεται και επομένως επρόκειτο για ιδιωτικό και όχι δημόσιο ζήτημα. Επίσης ανέφερε ότι είναι ενάντια σε κάθε έννοια δεοντολογίας ένας δημοσιογράφος να τα βάζει με έναν απλό πολίτη που δεν έχει τα ίδια μέσα στην διάθεση του για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Περαιτέρω, ο κ. Σάββα παραπονέθηκε ότι παρά το γεγονός ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κ. Δημητρίου, στην οποία του εξέφρασε την έντονη δυσφορία του, συνέχισε και τις επόμενες δύο μέρες από την στήλη του να το χαρακτηρίζει επιστολογράφο. Ο κ. Δημητρίου απάντησε ότι θεωρούσε τη δημοσίευση της επιστολής του κ. Σάββα καθ' όλα δεοντολογική, πολύ περισσότερο που εξέφραζε διαφωνίες για θέσεις που είχε διατυπώσεις στη στήλη του. Περαιτέρω ανέφερε ότι η επιστολή απευθύνθηκε στην ηλεκτρονική διεύθυνση την οποία δημοσιεύει καθημερινά στη στήλη του για σκοπούς επικοινωνίας με του αναγνώστες και αφορούσε σε ένα θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος και επομένως το θεωρούσε δεδομένο ότι η επιστολή ήταν προς δημοσίευση. Ο κ. Δημητρίου πρόσθεσε πως αποτελεί πρακτική του να δημοσιεύει επιστολές που σχολιάζουν το περιεχόμενο της στήλης του, ιδιαίτερα όταν είναι επικριτικές και εξέφρασε θλίψη αν μη ηθελημένα προκάλεσε στενοχώρια στον κ. Σάββα. Η Επιτροπή, αφού εξέτασε την ακολουθούμενη σε ανάλογες περιπτώσεις πρακτική, αποφάσισε ότι υπό τις περιστάσεις που εστάλη η επιστολή προς τον κ. Δημητρίου, δηλαδή σε μια ηλεκτρονική διεύθυνση που δημοσιεύεται κάτω από τα άρθρα του, και επειδή σ' αυτήν δεν υπήρχε οποιαδήποτε νύξη ότι επρόκειτο περί ιδιωτικής αλληλογραφίας, ήταν λογικό να υποτεθεί ότι προοριζόταν για δημοσίευση, εφ' όσον αναφερόταν σε θέμα το οποίο είχε σχολιάσει. Συνεπώς, η Επιτροπή αποφάσισε ότι στην περίπτωση αυτή δεν υπήρξε παραβίαση του Κώδικα. Ωστόσο, η Επιτροπή θεώρησε ότι υπήρξε παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα περί ιδιωτικής ζωής με τη δημοσίευση την επομένη, 8/9/2010, άρθρου στο οποίο ο κ. Δημητρίου χαρακτήριζε τον παραπονούμενο επιστολογράφο. Επί πλέον, στο άρθρο περιλήφθηκε απόσπασμα της επιστολής παρά το γεγονός ότι ο παραπονούμενος είχε ήδη επικοινωνήσει με τον κ. Δημητρίου και του ανέφερε τις ενστάσεις του στη δημοσιοποίηση των απόψεών του. Η Επιτροπή σημείωσε διευκρινιστικό άρθρο του κ. Δημητρίου στις 10/10/2010, ότι θεωρεί αυτονόητο πως επιστολές που απευθύνονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση που αναγράφεται στη στήλη του προορίζεται για δημοσίευση και σχολιασμό. Ως προς το παράπονο του κ. Σάββα ότι ο δημοσιογράφος τα έβαλε μαζί του, χωρίς ο ίδιος να έχει το δικαίωμα ή τη δυνατότητα να υπερασπισθεί τον εαυτό του, η Επιτροπή θεώρησε αφ' ενός ότι δεν υπήρξε καμιά προσωπική επίθεση αλλά σχολιασμός του περιεχομένου της επιστολής του και αφ' ετέρου ότι ο ο παραπονούμενος θα μπορούσε, αν το επιθυμούσε, να ασκήσει το δικαίωμα της απάντησης.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
18/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
03/11/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (18/13/9/2010) από τρεις καθηγητές του Ειδικού Σχολείου εναντίον του τηλεοπτικού σταθμού ΜΕΓΑ για παρέμβαση στην ιδιωτική τους ζωή και αποκάλυψη στοιχείων προσωπικού χαρακτήρα σε δύο δελτία ειδήσεων του σταθμού. Σύμφωνα με το παράπονο, ο ΜΕΓΑ, με αφορμή πληροφορίες για διεξαγωγή διοικητικής και ποινικής έρευνας ύστερα από καταγγελία για βιασμό μαθήτριας του Ειδικού Σχολείου, κινηματογράφησε σκηνές από το σχολείο και τις πρόβαλε στο δελτίο ειδήσεων στις 9/9/2010. Σ’ αυτές παρουσιάζονταν οι καθηγητές να βαδίζουν στην αυλή του σχολείου, πίσω από τα κάγκελα της περίφραξης. Οι παραπονούμενοι ανέφεραν ότι εμπλεκόμενοι εκπαιδευτικοί επικοινώνησαν με το Διευθυντή Ειδήσεων του ΜΕΓΑ Μιχάλη Παυλίδη, ο οποίος τους ανέφερε ότι η προβολή οφειλόταν σε «τεχνικό πρόβλημα» και υποσχέθηκε ότι την επομένη θα μεταδιδόταν διόρθωση και απολογία. Οι παραπονούμενοι ανέφεραν ότι αντί αυτού επαναπροβλήθηκαν οι ίδιες εικόνες και μάλιστα χωρίς προσπάθεια ηλεκτρονικής κάλυψης των προσώπων τους. Το ΜΕΓΑ απάντησε μέσω δικηγορικού γραφείου, αναφέροντας ότι ο σταθμός, «κατά τη μετάδοση του ρεπορτάζ κατέβαλε προσπάθειες προς αποφυγή αποκάλυψης οποιουδήποτε προσώπου που να συνδέεται με το προβληθέν θέμα». Η θέση του σταθμού είναι ότι αυτό «το πέτυχε σε ικανοποιητικό βαθμό» επειδή οι ανθρώπινες παρουσίες βρίσκονται σε μακρινά πλάνα που δεν μπορούσε εύκολα να είναι διακριτές από τους τηλεθεατές. Επίσης ανέφερε ότι καταβλήθηκαν προσπάθειες να καλυφθούν με ηλεκτρονικό μωσαϊκό τα επίμαχα σημεία της εικόνας, αλλά λόγω τεχνικών προβλημάτων, αυτό δεν κατέστη δυνατό. Περαιτέρω ανέφερε ότι όταν ύστερα από παραστάσεις των παραπονουμένων επαναπροβλήθηκε το ρεπορτάζ την επόμενη ημέρα, έγινε η κάλυψη της εικόνας με μωσαϊκό. Θέση του σταθμού είναι ότι ακόμα και αν στην εικόνα εμφαίνονταν τα πρόσωπα των παραπονούμενων, «δεν προκύπτει επέμβαση στην ιδιωτική τους ζωή κατά τρόπο που μπορεί να ζημιώσει έστω και στο ελάχιστο τα εν λόγω πρόσωπα». Εξ άλλου, υποστήριξε ότι στο ρεπορτάζ γινόταν αναφορά σε μαθητές που είχαν εμπλοκή και δεν προέκυπτε ότι οι καθηγητές ή άλλα είχαν εμπλοκή ή σχέση. Η Επιτροπή αφού εξέτασε τις εκατέρωθεν θέσεις και το επίμαχο οπτικό υλικό αποφάσισε ότι υπάρχει άνευ προθέσεως παραβίαση της πρόνοιας για αποκάλυψη προσωπικών στοιχείων των παραπονουμένων, Η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι ο σταθμός κατέβαλε προσπάθεια τεχνικής κάλυψης των προσώπων τους, που όμως απέτυχε λόγω τεχνικών προβλημάτων, τα οποία όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαιολογητικό. Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι η παραβίαση της πρόνοιας για μη αποκάλυψη προσωπικών στοιχείων δεν συναρτάται με οποιαδήποτε ζημιά η οποία είναι δυνατό να προκληθεί σε οποιοδήποτε.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
16/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
03/11/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (16/26/8/2010) από το Γενικό Διευθυντή του ΡΙΚ κ. Θέμη Θεμιστοκλέους ότι η εφημερίδα «Αλήθεια» δημοσίευσε παραποιημένα έγγραφα του Ιδρύματος που αναφέρονταν σε δαπάνες και αμοιβές στο Ιδρυμα. Ειδικότερα, το παράπονο ανέφερε ότι έγγραφο που δημοσιεύθηκε στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας στις 24 Αυγούστου, 2010, ως ενιαίο έγγραφο, στην πραγματικότητα αποτελούσε σύνθεση δύο διαφορετικών εγγράφων. Το ένα έγγραφο ήταν εγκύκλιος του Γενικού Διευθυντή στην οποία αναγράφονταν τα ονόματα και τμήματα των συνεργατών του ΡΙΚ που συμπλήρωσαν 30μηνη υπηρεσία στο Ίδρυμα και έγιναν συνεργάτες αορίστου χρόνου, καθώς και τα ονόματα και τμήματα των συνεργατών που δεν συμπλήρωσαν 30μηνη υπηρεσία, και το άλλο ήταν ένα εσωτερικό πρόχειρο έγγραφο του τμήματος ραδιοφωνικών και μουσικών προγραμμάτων, που είχε σχέση με την ετοιμασία του ετήσιου προϋπολογισμού του ΡΙΚ. Περαιτέρω ο κ. Θεμιστοκλέους ανέφερε ότι με τη σύνθεση αυτή δινόταν η εντύπωση μιας εγκυκλίου του Γενικού Διευθυντή του ΡΙΚ με αύξοντα αριθμό και ημερομηνία, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο μόνο για την επικεφαλίδα της εγκυκλίου, από την οποία αφαιρέθηκε το κείμενο και στη θέση του τοποθετήθηκε το κείμενο του δευτέρου εγγράφου. Ο κ. Θεμιστοκλέους διατύπωσε το παράπονο ότι το δημοσίευμα συνιστούσε «παραποίηση, παραπλάνηση, χάλκευση και αλλοίωση εγγράφου με σκοπό τη δημιουργία εσφαλμένων εντυπώσεων στο αναγνωστικό κοινό και τη δυσφήμιση του ΡΙΚ». Επίσης παραπονέθηκε ότι στο έγγραφο διακρίνονταν ονόματα συνεργατών του ΡΙΚ, που σε συνδυασμό με όλα τα άλλα αναγραφόμενα συνιστούσε αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων. Περαιτέρω, ο κ. Θεμιστοκλέους ανέφερε ότι η είδηση της εφημερίδας, στο πλαίσιο της οποίας δημοσιεύθηκε το επίμαχο έγγραφο, περιλάμβανε ισχυρισμούς για το ύψος της αμοιβής συνεργατών που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι δεν επρόκειτο για τις απολαβές ατόμων αλλά για τις συνολικές δαπάνες για προγράμματα, για τα οποία είχαν την ευθύνη τα άτομα των οποίων αναγράφονταν τα ονόματα. Ο Αρχισυντάκτης της «Αλήθειας» κ. Πάμπος Χαραλάμπους, παραθέτοντας τις απόψεις του για τα παράπονα ανέφερε ότι δεν υπήρξε «εσκεμμένη σύνθεση», αλλά «παράθεση φωτοτυπιών μέρους των δύο εγγράφων στο ίδιο πλαίσιο, για σκοπούς δημοσιογραφικής αισθητικής». Επίσης ανέφερε ότι οι φωτοτυπίες ήταν σμικρυμένες σε βαθμό που με δυσκολία μπορούσαν οι αναγνώστες να διακρίνουν. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η εφημερίδα δημοσίευσε αυτούσια απαντητική επιστολή του κ. Θεμιστοκλέους και προέβη σε διατύπωση παραπόνου για «σκόπιμη δυσφημιστική και υβριστική επίθεση εναντίον της «Αλήθειας». Από την εξέταση των εγγράφων που έθεσε στη διάθεση της Επιτροπής ο κ. Θεμιστοκλέους και των εγγράφων που δημοσιεύθηκαν στην «Αλήθεια» προκύπτει ότι τα έγγραφα είναι υπαρκτά και γνήσια. Περαιτέρω προκύπτει ότι στην εφημερίδα δημοσιεύθηκε έγγραφο που στην πραγματικότητα αποτελείται από δύο ξεχωριστά έγγραφα. Το πρώτο είναι εγκύκλιος του κ. Θεμιστοκλέους, με το έμβλημα του ΡΙΚ, προς το προσωπικό του ΡΙΚ, ημερομηνίας 30ης Οκτωβρίου, 2009, με κατάλογο εκτάκτων συνεργατών που έγιναν συνεργάτες αορίστου χρόνου (τακτικοί) μετά την συμπλήρωση υπηρεσίας 30 μηνών. Το δεύτερο έγγραφο ήταν επί λευκού χάρτου και έφερε την επικεφαλίδα «Προϋπολογισμός Ραδιοφώνου-300 αμοιβές συνεργατών» και περιλάμβανε δαπάνες κατά πρόγραμμα. Από την εξέταση του κειμένου της είδησης η Επιτροπή διαπίστωση ότι σ' αυτή δεν υπάρχει οποιαδήποτε παραβίαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Διαπίστωσε, όμως, ότι με τον τρόπο που δημοσιεύθηκαν τα έγγραφα του ΡΙΚ στην εφημερίδα υπήρξε παραποίηση και αλλοίωση εγγράφων, με αποτέλεσμα να δοθεί η εντύπωση ότι επρόκειτο για ένα ενιαίο έγγραφο και να προκύψει παραπλάνηση ως προς την πραγματική τους φύση και περιεχόμενο. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε ότι υπήρξε παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί της ακρίβειας των πληροφοριών. Η Επιτροπή τονίζει, όπως έπραξε και σε ανάλογες άλλες περιπτώσεις, ότι καμιά σκοπιμότητα ή σκοπός, περιλαμβανομένων λόγων αισθητικής ή τυπογραφικής ευκολίας, δεν δικαιολογεί οποιαδήποτε παραποίηση οπτικών ή άλλων πληροφοριών, οσοδήποτε αθώα και να είναι ή να παρουσιάζεται ότι είναι. Περαιτέρω, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι στα δημοσιευθέντα έγγραφα, παρά το ότι έγινε κάποια προσπάθεια κάλυψης, διακρίνονταν ονόματα και άλλα στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα, κατά παράβαση της πρόνοιας περί ιδιωτικής ζωής. Εν όψει της διαπίστωσης περί παραποίησης και αλλοίωσης εγγράφων, με συνέπεια την παραπλάνηση των αναγνωστών, δεν έγινε δεκτό το παράπονο του αρχισυντάκτη της «Αλήθειας» περί εξύβρισης της εφημερίδας με τις αναφορές που περιέχονται στην επιστολή του κ. Θεμιστοκλέους προς την εφημερίδα.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
10/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
21/07/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο για το θέμα των δημοσιευμάτων και μεταδόσεων έντυπων και εκπεμπόντων ΜΜΕ σχετικά με ισχυρισμούς που αφορούσαν σε καθηγήτρια, στο οποίο δόθηκε ο χαρακτηρισμός «ροζ σκάνδαλο». Το παράπονο, που υποβλήθηκε από πολίτη, αφορούσε στα δημοσιεύματα μιας m;ono εφημερίδας, αλλά η Ενωση Συντακτών Κύπρου ζήτησε να εξετασθεί από την Επιτροπή το γενικότερο θέμα της συμπεριφοράς ΜΜΕ και δημοσιογράφων όσον αφορά στο χειρισμό του θέματος. Όλα σχεδόν τα ΜΜΕ ασχολήθηκαν με την υπόθεση κατά κύριο λόγο στις 23 και 24 Μαΐου, 2010. Ο ΑΝΤ1 επέλεξε να μην ασχοληθεί καθόλου με το θέμα. Αφορμή για την ειδησεογραφία έδωσε επιστολή της Επιτρόπου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Παιδιού Λήδας Κουρσουμπά, η οποία, ύστερα από ανώνυμο τηλεφώνημα που πήρε λειτουργός του γραφείου της στις 11 Μαρτίου, 2010, ζήτησε στις 12 Μαρτίου, 2010 από τον Υπουργό Παιδείας, να εξετασθούν ισχυρισμοί εναντίον καθηγήτριας, της οποίας ανέφερε το όνομα και το σχολείο στο οποίο εργαζόταν, ότι «έχει αναπτύξει ανάρμοστες σχέσεις, οι οποίες εξελίχθηκαν σε σεξουαλικές επαφές, με δύο μαθητές…» και ότι «είχε σεξουαλική επαφή και με τους δύο μαθητές στο αυτοκίνητό της». Στην ειδησεογραφία των ΜΜΕ αναφέρθηκε ότι η καθηγήτρια παρενόχλησε σεξουαλικά δύο ανήλικους μαθητές και ότι «σύμφωνα με τις καταγγελίες ενός εκ των δύο μαθητών η εν λόγω εκπαιδευτικός, που φέρεται να είναι και νυμφευμένη, είχε σεξουαλική επαφή και με τους δύο μαθητές στο αυτοκίνητό της». Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι σύμφωνα με τον ένα εκ των μαθητών, η καθηγήτρια έστελνε και μηνύματα στο κινητό του, με τα οποία του ασκούσε πίεση για συνέχιση της σχέσης τους. Τα μηνύματα στα κινητά, όπως και άλλα μηνύματα σε δίκτυο κοινωνικής δικτύωσης είχαν, σύμφωνα τους ισχυρισμούς, αποθηκευθεί και φυλαχθεί από τα παιδιά. Προβλήθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι η ίδια εκπαιδευτικός και στο παρελθόν απασχόλησε «με τις αδυναμίες της» το Υπουργείο, γεγονός για το οποίο μετακινήθηκε από τη θέση της. Δημοσιεύθηκε επίσης ότι είχε καταβληθεί προσπάθεια από τη διευθύντρια του σχολείου για αποσιώπηση της υπόθεσης. Επίσης προβλήθηκαν πληροφορίες ότι είχαν εκφρασθεί ανησυχίες για ενδεχόμενες επιπτώσεις στη βαθμολογία των παιδιών, δεδομένου ότι πλησίαζε η περίοδος των εξετάσεων και η καθηγήτρια είχε λάβει γνώση των καταγγελιών εναντίον της. Μετά τη δημοσιοποίηση του θέματος, ο Υπουργός Παιδείας δήλωσε ότι αμέσως μετά τη λήψη της επιστολής της κ. Κουρσουμπά έδωσε οδηγίες για διεξαγωγή έρευνας, το πόρισμα της οποίας μόλις είχε παραλάβει και ότι δεν ήταν ακόμη ενήμερος του περιεχομένου του. Ο εκπρόσωπος τύπου της αστυνομίας, όταν δημοσιοποιήθηκε το θέμα δήλωσε ότι το ΤΑΕ Αρχηγείου είχε αρχίσει προκαταρκτική έρευνα για να διαπιστωθεί αν τα όσα ανέφερε η εφημερίδα ευσταθούσαν και κατά πόσο είχε διαπραχθεί οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα. Την επομένη, ο εκπρόσωπος τροφοδότησε τη φημολογία, δηλώνοντας στα ΜΜΕ: «Εκ πρώτης όψεως προκύπτει το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικών αδικημάτων που αφορά τον περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Νόμο. …Αναλόγως του περιεχομένου του πορίσματος (της έρευνας του Υπουργείου Παιδείας) η Αστυνομία θα προχωρήσει σε περαιτέρω ποινική διερεύνηση εάν και εφόσον απαιτείται κάτι τέτοιο». Τα στοιχεία αυτά μεταδόθηκαν στις 23 Μαρτίου, 2010 από τα τηλεοπτικά ΜΜΕ και δημοσιεύθηκαν σε όλες τις εφημερίδες την επομένη. Η Νομική Υπηρεσία, στην οποία υποβλήθηκε το πόρισμα ερευνώντος λειτουργού του Υπουργείου Παιδείας, αφού μελέτησε το μαρτυρικό υλικό αποφάνθηκε, με γνωμάτευσή λειτουργού της ημερομηνίας 30ης Μαΐου, 2010: «Μετά από προσεκτική μελέτη του συγκεντρωθέντος μαρτυρικού υλικού, εγγράφων και στοιχείων της διεξαχθείσας πειθαρχικής έρευνας, καταλήγω στην άποψη ότι δεν είναι δυνατή η διατύπωση οποιασδήποτε πειθαρχικής κατηγορίας εναντίον της….(όνομα), Καθηγήτριας (κλάδος). Περαιτέρω, είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι δεν είναι επιτρεπτή ούτε και η οποιαδήποτε ποινική διερεύνηση του θέματος». Σε απλή γλώσσα, η γνωμάτευση σημαίνει ότι όσα καταγγέλθηκαν και όσα δημοσιεύθηκαν δεν τεκμηριώθηκαν από το μαρτυρικό υλικό. Όμως, δημοσιογράφοι και ΜΜΕ, χωρίς καμιά προσπάθεια τεκμηρίωσης, εκ προοιμίου θεώρησαν ισχυρισμούς και φήμες ως αποδεδειγμένα γεγονότα και χρησιμοποίησαν διάφορους έντονους χαρακτηρισμούς, προκειμένου να εντείνουν τον εντυπωσιασμό.. Ενδεικτικοί χαρακτηρισμοί και αποσπάσματα που χρησιμοποιήθηκαν από τα ΜΜΕ είναι: «Ροζ σκάνδαλο», «Καθηγήτρια… σεξουάλα ‘βίασε’ μαθητές της»- «Πρωτοφανές σκάνδαλο…” «Επιχειρείται κουκούλωμα», «Σοκ προκαλούν οι καταγγελίες για σεξουαλική εκμετάλλευση μαθητών από καθηγήτριά τους…»… «αναφορά σε σεξουαλικές επαφές δύο μαθητών με την καθηγήτριά τους», «Σοκ…από καταγγελία για σεξουαλική παρενόχληση μαθητών από καθηγήτριά τους», «Μαθήματα…σεξ από καθηγήτρια», «Καθηγήτρια καταγγέλλεται ότι έκανε μαθήματα…σεξ σε δύο μαθητές της», «…οι ορέξεις της καθηγήτριας ήταν ακόρεστες», «Βίασε μαθητές στο αυτοκίνητό της», «Εκβίαζε τα θύματά της…», το μαρτυρικό υλικό «έπεσε στα χέρια της άτακτης καθηγήτριας»…«Εκανε πολλά και στο παρελθόν», «Μαρτυρίες σοκ για τη δράση της καθηγήτριας…για σεξουαλική εκμετάλλευση μαθητών της», «αλυσιδωτές…εξελίξεις στο ροζ σκάνδαλο με την καθηγήτρια… που όχι μόνο δεν είχε το νου της στην εξεταστική περίοδο αλλά ανάγκασε δύο μαθητές της να έλθουν σε σεξουαλική επαφή μαζί της μέσα στο αυτοκίνητό της», «Υπό έρευνα η «σεξοδασκάλα», «Γνώριζε το ΥΠΠ για την ανάρμοστη συμπεριφορά καθηγήτριας». ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Το γεγονός και μόνο ότι η Γενική Εισαγγελία, ως αρμόδιο σώμα, αποφάνθηκε ότι η μαρτυρία δεν μπορούσε να στοιχειοθετήσει ούτε πειθαρχική, ούτε ποινική υπόθεση, μιλά από μόνο του για το λανθασμένο χειρισμό του θέματος. Από τους χαρακτηρισμούς και τα ενδεικτικά αποσπάσματα που παρατέθηκαν πιο πάνω, αβίαστα προκύπτει ότι τα ΜΜΕ –έντυπα και ηλεκτρονικά- που ασχολήθηκαν με το θέμα χειρίστηκαν εκτός των πλαισίων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας ένα θέμα που αφορούσε στην προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη και την αξιοπρέπεια μιας γυναίκας, καθώς και σε δικαιώματα παιδιών. Θεώρησαν ανώνυμες καταγγελίες ή ισχυρισμούς και φημολογίες ως εξακριβωμένη μαρτυρία, μετέτρεψαν σε είδηση το απλό γεγονός της διατύπωσης ΑΝΩΝΥΜΩΝ ισχυρισμών ή καταγγελιών, το βάσιμο των οποίων δεν είχε κριθεί από κανένα αρμόδιο σώμα ή όργανο και χρησιμοποίησαν μειωτικούς χαρακτηρισμούς που παρέπεμπαν σε ενοχή. Οι δικαιολογίες, στην έκταση που προβλήθηκαν, ότι μέριμνα ήταν το συμφέρον των μαθητών, δεν ευσταθούν, γιατί η αποκάλυψη του θέματος με τον τρόπο που έγινε εξέθεσε όχι απλώς την καθηγήτρια, αλλά και τους ίδιους τους μαθητές. Τηρήθηκε μεν η ανωνυμία, αλλά δημοσιεύθηκαν λεπτομέρειες για την περιοχή του σχολείου, ώστε στη μικρή κοινωνία της Κύπρου και ακόμη στη μικρότερη κοινωνία μιας επαρχίας ή πόλης να είναι δυνατή η αποκάλυψη της ταυτότητας των φερομένων ως εμπλεκομένων. Υπό το φως των ανωτέρω δεν είναι δυνατό να γίνει επίκληση της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, γιατί η «πληροφόρηση» που έδωσαν τα ΜΜΕ, με τον τρόπο που έγινε, ούτε στην υποβοήθηση ανίχνευσης ή αποκάλυψης εγκλήματος συνέβαλε, ούτε τη δημόσια ασφάλεια και υγεία εξυπηρέτησε, ούτε και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προήγαγε. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι παραβιάστηκαν οι ακόλουθες ειδικές πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. 1. Η πρόνοια για την ακρίβεια των πληροφοριών, που προβλέπει ότι «τα ΜΜΕ μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια. Σε περίπτωση που έχει συμβεί κάτι τέτοιο χωρούν σε άμεση διόρθωση ή και απολογία.». Από την πρόνοια αυτή προκύπτει ότι πρώτιστο καθήκον των δημοσιογράφων είναι η επιβεβαίωση της αλήθειας των πληροφοριών πριν από τη δημοσίευσή τους, η αποφυγή δημοσίευσης ατεκμηρίωτων ισχυρισμών ή φημολογίας και σε περίπτωση δημοσίευσης ανακριβών πληροφοριών η παραδοχή του γεγονότος και η απολογία. Τίποτε από τα πιο πάνω δεν έγινε. 2. Η πρόνοια που προβλέπει ότι «η υπόληψη και η ιδιωτική ζωή κάθε προσώπου τυγχάνουν σεβασμού και δεν αποκαλύπτονται στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα. Παρεμβάσεις και έρευνες στην ιδιωτική ζωή προσώπων… είναι γενικά απαράδεκτες, η δε δημοσιοποίησή τους μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αποκλειστικά προς το δημόσιο συμφέρον», ως προς το σεβασμό της υπόληψης, την αποκάλυψη στοιχείων προσωπικού χαρακτήρα και παρεμβάσεις στην ιδιωτική ζωή, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από την επιδίωξη της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος. 3. Η πρόνοια περί του τεκμηρίου αθωότητας, που προβλέπει ότι «οι λειτουργοί σέβονται πλήρως την αρχή ότι ο ύποπτος ή κατηγορούμενος για διάπραξη αδικήματος είναι αθώος μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου, σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία και συνεπώς αποφεύγουν να δημοσιοποιήσουν ο,τιδήποτε το οποίο να οδηγεί σε συμπεράσματα ως προς την ενοχή ή αθωότητα του υπόπτου ή/και κατηγορουμένου ή τείνει να τον διασύρει ή διαπομπεύσει». 4. Η πρόνοια που αφορά στα παιδιά, η οποία μεταξύ άλλων προβλέπει ότι «τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί των υποχρεούνται να τηρούν τις πρόνοιες της Διεθνούς Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Παιδί». Παραβιάστηκαν επίσης οι πιο κάτω γενικές πρόνοιες του Κώδικα: * Η πρόνοια περί επαγγελματικού επιπέδου που μεταξύ άλλων προβλέπει ότι «το ήθος, η αξιοπρέπεια και εντιμότητα, η διαγωγή, η συμπεριφορά και το επαγγελματικό επίπεδο των λειτουργών θα πρέπει να είναι της υψηλότερης δυνατής στάθμης». * Η πρόνοια για τον τρόπο άσκησης του δημοσιογραφικού λειτουργήματος, η οποία μεταξύ άλλων προβλέπει ότι οι δημοσιογράφοι «επιδεικνύουν την αρμόζουσα ευαισθησία …και είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και διακριτικοί στην παρουσίαση θεμάτων όπως η βία, το έγκλημα, τα σεξουαλικά παραπτώματα…» Η Επιτροπή εκφράζει την απογοήτευσή της για τη μαζική παραβίαση προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας χάριν του εντυπωσιασμού και τονίζει την ανάγκη όπως τα ΜΜΕ και οι λειτουργοί τους επιδεικνύουν υπευθυνότητα και τηρούν τις πρόνοιες του Κώδικα. Η Επιτροπή τονίζει την ανάγκη σεβασμού των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και καλεί τα ΜΜΕ να λάβουν όλα τα δέοντα μέτρα για την αποφυγή παρόμοιων φαινομένων στο μέλλον και να μη θυσιάζουν την υποχρέωση της τήρησης των κανόνων δημοσιογραφικής δεοντολογίας στο βωμό του εντυπωσιασμού και της άγρας αναγνωσιμότητας ή τηλεθέασης. Η Επιτροπή καλεί τα ΜΜΕ να δημοσιοποιήσουν την παρούσα ανακοίνωση και να τη θέσουν υπόψη των μελών του συντακτικού προσωπικού τους.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
6/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
21/07/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (6/5/5/2010) από τον Αστυνομικό Διευθυντή του Τμήματος Τροχαίας Αρχηγείου κ. Δημήτρη Δημητρίου για δημοσίευμα της Μιράντας Λυσάνδρου από την εφημερίδα «Πολίτης» στις 24/4/2010, το οποίο περιείχε κατ’ ισχυρισμό ανακριβείς και παραπλανητικές πληροφορίες. Σύμφωνα με το παράπονο, η Μιράντα Λυσσάνδρου, αφού υπέβαλε ερωτηματολόγιο στο Τμήμα Τροχαίας σχετικά με την επιβολή εξωδίκων προστίμων, δημοσίευσε ρεπορτάζ, στο οποίο μεταξύ άλλων ανέφερε ότι μέλη του Τμήματος Τροχαίας βρίσκονται σε ανταγωνισμό ως προς το ποιος θα «κόψει» τα περισσότερα πρόστιμα. Ο κ. Δημητρίου ανέφερε ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι «εντελώς αβάσιμος, ανυπόστατος και ατεκμηρίωτος», γιατί τέτοιος διαγωνισμός δεν υπάρχει. Επίσης ανέφερε ότι από τα στατιστικά στοιχεία προκύπτει ότι το 2009 υπήρξε μείωση σε ποσοστό 26,38% στις καταγγελίες (56,444 καταγγελίες λιγότερες) σε σύγκριση με το 2008. Περαιτέρω, ο κ. Δημητρίου παραπονέθηκε ότι το ρεπορτάζ της εφημερίδας ανέφερε ότι οι Δήμοι και η Αστυνομία έχουν ημερήσιο «κότα» καταγγελιών και ότι αν δεν επιτύχουν το στόχο τους εξαγγέλλουν εκστρατείες πρόληψης «με θεαματικά κατά τα άλλα αποτελέσματα καταγγελιών». Ο κ. Δημητρίου παρατήρησε ότι οι εξαγγελίες εκστρατειών έχουν πάντοτε στόχο την πρόληψη και μείωση των τροχαίων δυστυχημάτων και εμπέδωση της οδικής συνείδησης «και όχι του εντυπωσιασμού, όπως υπαινίσσεται η κ. Λυσάνδρου». Πρόσθεσε ότι η κ. Λυσάνδρου ανακριβώς ανέφερε στο δημοσίευμα ότι τα έσοδα από τις καταγγελίες κατατίθενται στο «πάγιο Ταμείο της Αστυνομίας» εάν τα αδικήματα προέρχονται από το Νόμο…» ενώ τα έσοδα στην πραγματικότητα κατατίθενται στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. Περαιτέρω, ο κ. Δημητρίου ανέφερε ότι είναι ανακριβής και η αναφορά ότι ένας λοχίας που αποκαλείται «θρύλος του προστίμου» και μερικοί άλλοι, χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης από το Διευθυντή τους. Ο κ. Δημητρίου πρόσθεσε ότι δεν υπάρχει μεροληπτική συμπεριφορά υπέρ συγκεκριμένων μελών της Δύναμης. Επίσης απέρριψε επίκριση της εφημερίδας ότι η Αστυνομία απέφυγε να δώσει τα «προϋπολογιζόμενα έσοδα από εξώδικα πρόστιμα», αναφέροντας ότι «απλά δεν υπάρχουν και δεν προϋπολογίζονται οποιαδήποτε έσοδα από τα εξώδικα». Τέλος ανέφερε ότι η κ. Λυσάνδρου επιμελώς απέφυγε να ζητήσει σχόλια της Τροχαίας επί φερομένων δηλώσεων πρώην στελέχους της Τροχαίας που περιέλαβε στην είδησή της προκειμένου «να πλήξει το κύρος και την αξιοπιστία της Τροχαίας και κατ’ επέκταση της Αστυνομίας». Ο σύμβουλος έκδοσης της εφημερίδας Διονύσης Διονυσίου, παραθέτοντας τις θέσεις της εφημερίδας ανέφερε ότι όλα τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν είχαν ως πηγές τους μέλη της αστυνομικής δύναμης και δη της Τροχαίας.Ανέφερε ότι το ρεπορτάζ «επιχειρούσε να φωτογραφήσει τη διαχρονική στάση της Τροχαίας και το πρόβλημα που ο μέσος πολίτης αντιλαμβάνεται σε σχέση με τη συμπεριφορά της εν λόγω ομάδας αστυνομικών» και ότι «ο μέσος πολίτης αισθάνεται τον τροχονόμο ως ένα φοροεισπράκτορα ο οποίος ενίοτε κρυβόμενος εμφανίζεται μπροστά του για να τον τιμωρήσει και να τον ταλαιπωρήσει και όχι να τον βοηθήσει να κυκλοφορήσει στους δρόμους με ασφάλεια». Συμπληρωματικά, ο κ. Διονυσίου διαβίβασε στην Επιτροπή πρακτικά από σύσκεψη αξιωματικών και άλλων μελών της αστυνομίας, που συνεκλήθη στις 14 Ιουλίου, 2010, προκειμένου να μελετήσει τις επιπτώσεις από την εφαρμογή του συστήματος οκτάωρης εργασίας στο Τμήμα Τροχαίας Αρχηγείου. Σύμφωνα με τα πρακτικά, ανώτερος αξιωματικός φέρεται να δήλωσε στη σύσκεψη ότι ως αντίδραση στην εφαρμογή του συστήματος οκτάωρης εργασίας, «παρατηρείται σημαντική μείωση στις δραστηριότητες των μελών». Άλλος αξιωματικός ανέφερε ότι «το προσωπικό έχει μειώσει την απόδοσή του, σε ένδειξη διαμαρτυρίας» και ότι «με το να μην κάνουν καταγγελίες και αν επιμένουν στην άποψη αυτή, θα έχουν τα αντίθετα αποτελέσματα». Στη σύσκεψη αναφέρθηκε ότι «με βάση τα στατιστικά στοιχεία του πρώτου δεκαημέρου του Ιουνίου, σε σύγκριση με το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου, διαπιστώθηκε ότι η απόδοση της δραστηριότητας των μελών όλων των Ουλαμών έχει μειωθεί κατά 225 καταγγελίες, δηλαδή συνολικά σε ένα μήνα θα έχουμε μείωση 675 καταγγελίες περίπου». Ο κ. Διονυσίου υποστήριξε ότι τα πρακτικά «εκ των υστέρων επιβεβαιώνουν το δημοσίευμα» και ότι «πρόκειται για μια βέβαια διαχρονική πρακτική της Αστυνομίας». Η Επιτροπή, αφού εξέτασε το θέμα αποφάσισε ότι τα υποβληθέντα πρακτικά της σύσκεψης, που έγινε σε μεταγενέστερο του δημοσιεύματος χρονικό σημείο, δεν περιέχουν ο,τιδήποτε που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο προηγούμενος αριθμός των καταγγελιών, που μειώθηκαν λόγω της αντίδρασης των αστυνομικών, ήταν αποτέλεσμα ανταγωνισμού μεταξύ των μελών της Τροχαίας. Στα πρακτικά αναφέρεται απλώς ότι μειώθηκαν οι καταγγελίες, αλλά δεν μπορεί να συναχθεί κανένα συμπέρασμα για οποιαδήποτε «διαχρονική πρακτική της αστυνομίας» που να ενέχει το στοιχείο του ανταγωνισμού ή της πρακτικής να καταγγέλλονται πολίτες για να επιτευχθεί οποιοσδήποτε στόχος. Άλλο είναι το θέμα ως προς τις αντιλήψεις μεταξύ του κοινού για τον τρόπο δράσης των αστυνομικών. Ωστόσο, η Επιτροπή αποφάσισε, περαιτέρω, ότι δεν μπορούσε να αμφισβητήσει της θέση της εφημερίδας ότι οι πληροφορίες της για τον τρόπο δράσης των αστυνομικών της Τροχαίας προέρχονται από πηγές της αστυνομικής δύναμης ή μέλη της Αστυνομίας, ούτε και να ζητήσει αποκάλυψη των πηγών πληροφόρησης της εφημερίδας προκειμένου να ελέγξει την ακρίβεια των πληροφοριών. Ωστόσο, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η εφημερίδα, με βάση την υποχρέωση που πηγάζει από την πρόνοια για παροχή του δικαιώματος απάντησης «στην κατάλληλη περίπτωση», όφειλε να θέσει τους ισχυρισμούς των πηγών της ενώπιον της Αστυνομίας, και δη του Διευθυντή Τροχαίας, για σχολιασμό και ταυτόχρονη δημοσίευση των θέσεων του. Θέση της Επιτροπής είναι ότι η λήψη απάντησης ή σχολίων από τους άμεσα εμπλεκομένους ή θιγομένους από δηλώσεις ή ισχυρισμούς και η ταυτόχρονη δημοσίευσή τους αποτελεί ορθό τρόπο δημοσιογραφικής ενέργειας και πρέπει να αποτελεί πάγια πρακτική των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων. Η εκ των υστέρων δημοσίευση απάντησης, αποκομμένης από τους αρχικούς ισχυρισμούς και αφού έχουν ήδη δημιουργηθεί εντυπώσεις, δεν θεωρείται ότι ικανοποιεί πλήρως την πρόνοια του Κώδικα για παροχή του δικαιώματος απάντησης «στην κατάλληλη περίπτωση».
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
8/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
21/07/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (8/10/5/2010) από την τέως Γ. Διευθύντρια Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας κ. Ανδρούλα Αγρότου για ανακριβείς πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν στη διαδικτυακή εφημερίδα www.offsite.com.cy στις 28 και 29 Απριλίου, 2010. Ειδικότερα, η κ. Αγρότου ανέφερε στο παράπονό τους ότι η διαδικτυακή εφημερίδα παρέλειψε να διασταυρώσει και να διασφαλίσει την ακρίβεια των πληροφοριών της κατά παράβαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και ότι οι δύο ειδήσεις «βρίθουν ανακριβειών και ψευδών πληροφοριών» επειδή ισχυρίζονται ότι «ανώτερη λειτουργός» που αφυπηρέτησε πρόσφατα από το Υπουργείο Υγείας «έχει πάρει μαζί της τα κλειδιά που είχε στην κατοχή της…και όλη μέρα μπαινοβγαίνει στο γραφείο που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να χρησιμοποιείται από το άτομο που θα την αντικαταστήσει…Η εν λόγω κυρία όχι μόνο δεν παρέδωσε το γραφείο της αλλά το κρατά και κλειδωμένο ώστε να μπορεί να μπαινοβγαίνει όποτε η ίδια γουστάρει». Επίσης ανέφερε ότι το θέμα δεν είναι άσχετο με διασυνδέσεις «που έχει σε ανώτατο επίπεδο και οι οποίες θα της δώσουν και συμβόλαιο υψηλών αποδοχών στο χώρο της δημόσιας υγείας». Τη δεύτερη φορά που η διαδικτυακή εφημερίδα ασχολήθηκε με το θέμα, έγραψε ότι κάνει δεύτερες σκέψεις «το προεδρικό για την πρόσληψη της κ. Αγρότου με συμβόλαιο για να αναλάβει την αυτονόμηση των νοσοκομείου του δημοσίου», λόγω των έντονων αντιδράσεων εντός του Υπουργείου. Επίσης επαναλαμβάνει ότι «όλο αυτό το διάστημα έχοντας στην κατοχή της κλειδιά του κτιρίου, μπαινόβγαινε ανενόχλητη». Η κ. Αγρότου ανέφερε στο παράπονό της ότι τα δημοσιεύματα την έθιξαν και την προσέβαλαν. Η παραπονούμενη επισύναψε επιστολή του κ. Χριστόδουλου Καϊσή, Αν. Διευθυντή Ιατρικών Υπηρεσιών, ο οποίος βεβαίωνε ότι από την ημέρα που ανέλαβε τα καθήκοντά του, η κ. Αγρότου, «η οποία άρχιζε την προαφυπηρετική της άδεια» του παραχώρησε το γραφείο της με τα κλειδιά του. Στην απάντησή της, η διαδικτυακή εφημερίδα ανέφερε ότι όσα δημοσίευσε σε σχέση με την κ. Ανδρούλα Αγρότου δεν ήταν σε καμιά περίπτωση ανακριβή και ότι στηρίζονταν σε έγκυρες πληροφορίες και μαρτυρίες ατόμων που εργάζονται στο υπουργείο Υγείας και τα οποία την έβλεπαν καθημερινά να μπαινοβγαίνει σ? αυτό ενώ είχε αφυπηρετήσει. Ανέφερε, ωστόσο, ότι «η μόνη ίσως πληροφορία (η οποία) εκ των υστέρων εντοπίστηκε ως ανακριβής ήταν ότι η κ. Αγρότου πήγαινε στο γραφείο που κατείχε προηγουμένως».Περαιτέρω ανέφερε ότι δεν ήταν πρόθεσή της να πλήξει την κ. Αγρότου, αλλά να ψέξει τη νοοτροπία «που υπάρχει σε πολλά τμήματα της δημόσιας υπηρεσίας, δηλαδή αυτοί που αφυπηρετούν να συνεχίσουν να κάνουν επισκέψεις στο χώρο εργασίας και να μην πηγαίνουν στα σπίτια τους» και επίσης να ψέξει την τακτική των εκάστοτε κυβερνήσεων να «ανακαλύπτουν νέες υπηρεσίες και καθήκοντα προκειμένου να διορίσουν συγκεκριμένα άτομα» που έχουν αφυπηρετήσει. Η Επιτροπή αποφάσισε –απέχοντος του κ. Βάσου Τσαγγαρά λόγω συγγένειας με την παραπονούμενη- ότι, με βάση και τη μερική παραδοχή της εφημερίδας, το τμήμα της είδησης που ανέφερε ότι η κ. Αγρότου «όλη μέρα μπαινοβγαίνει στο γραφείο που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να χρησιμοποιείται από το άτομο που θα την αντικαταστήσει» και ότι «όχι μόνο δεν παρέδωσε το γραφείο της αλλά το κρατά και κλειδωμένο ώστε να μπορεί να μπαινοβγαίνει όποτε η ίδια γουστάρει» συνιστά παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί της ακρίβειας των πληροφοριών. Η Επιτροπή επισημαίνει πως με βάση την πρόνοια ότι «τα Μ.Μ.Ε. μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια», πρέπει να αποτελεί πάγια τακτική των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων ο έλεγχος και η επαλήθευση των πληροφοριών πριν από τη δημοσίευσή τους. Επίσης τονίζει ότι σε περιπτώσεις πληροφοριών που είναι δυνατό να θίξουν την τιμή και την υπόληψη ατόμων, τα ΜΜΕ και οι λειτουργοί τους θα πρέπει, κατά κανόνα, να τις θέτουν υπόψη των άμεσα ενδιαφερομένων, προκειμένου να τους δίδεται το δικαίωμα σχολιασμού και απάντησης, ταυτόχρονα με τη δημοσίευση των πληροφοριών, με βάση την πρόνοια ότι «παρέχεται στην κατάλληλη περίπτωση» το δικαίωμα στους θιγομένους να απαντήσουν . Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε παράλειψη τόσο για επαλήθευση των πληροφοριών, όσο και παροχής της ευκαιρίας απάντησης από το άτομο στο οποίο αφορούσαν οι πληροφορίες, γεγονός που συνιστά παραβίαση των σχετικών προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ήταν δικαίωμα της εφημερίδας να ψέξει την κυβερνητική πρακτική της ανάθεσης υπηρεσιών σε συνταξιούχους, αλλά θα μπορούσε να το κάμει χωρίς να θίξει την παραπονούμενη. Σημειώνεται ότι η πρόνοια περί ακρίβειας των πληροφοριών προβλέπει, ότι σε περίπτωση δημοσίευσης ανακριβών πληροφοριών τα ΜΜΕ «χωρούν σε άμεση διόρθωση ή και απολογία».
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
12/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
21/07/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (12/15/6/2010). από τον Σωτήρη Βλάχο για ανακριβή πληροφόρηση και προσωπική επίθεση σε δημοσίευμα της εφημερίδας «Κοριός», στις 15 Μαϊου, 2010. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι η εφημερίδα δημοσίευσε αντιδεοντολογικά αναφορές που έγιναν σε συνδικαλιστικό συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης Δημοσιογράφων στην Κωνσταντινούπολη και ότι το περιεχόμενο του δημοσιεύματος συνιστούσε προσωπική ονομαστική επίθεση με τη χρησιμοποίηση της λέξης «ελληνοκύπριος» σε εισαγωγικά), διαστρέβλωσε θέσεις που ο ίδιος εξέφρασε στο συνέδριο και ότι αντιδεοντολογικά χρησιμοποίησε αναφορές που έγιναν σε συνδικαλιστικό βήμα. Το δημοσίευμα, ειδικότερα, ανέφερε: «Οι Τούρκοι έγιναν … Τούρκοι για τον «Ελληνοκύπριο» Ένας «Ελληνοκύπριος» συμμετέσχε στην τουρκοκυπριακή αντιπροσωπεία της Μπασιν Σεν στην Γενική Συνέλευση της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων! Πρόκειται για τον Σωτήρη Βλάχο, ο οποίος ζει στα κατεχόμενα, αλλά δεν είναι μόνο αυτό το προκλητικό και το περίεργο. Το περίεργο είναι ότι προσπάθησε να φανεί βασιλικότερος του βασιλέα με αποτέλεσμα να συγκεντρώσει την οργή όχι μόνο των ελληνοκύπριων συναδέλφων της αντιπροσωπείας της Ένωσης Συντακτών, αλλά και των Τούρκων! Σε παρέμβαση του σε ψήφισμα το οποίο κατατέθηκε στη Συνέλευση για την απαράδεκτη συμπεριφορά του τουρκικού κράτους απέναντι στους δημοσιογράφους, ζήτησε το ψήφισμα να είναι πιο ήπιο γιατί του χαλούσε την … καλή εικόνα που είχε για την Τουρκία. Ζήτησε, παρακαλώ, να προστεθεί στο ψήφισμα ότι η τουρκική κυβέρνηση έκανε βήματα εκσυγχρονισμού! Στην προσπάθεια του όμως να φανεί αρεστός στους Τούρκους πέτυχε το αντίθετο, αφού οι Τούρκοι δημοσιογράφοι ήθελαν το ψήφισμα να είναι όσο πιο έντονο γινόταν». Στην έκδοση Ιουνίου, 2010, η εφημερίδα έγραψε ότι στην επόμενη έκδοσή της θα δημοσίευε επιστολή από τον παραπονούμενο που είχε λάβει αργά. Στην έκδοση Ιουλίου η εφημερίδα δημοσίευσε σε περίληψη την επιστολή, σε ένα κείμενο σχεδόν 475 λέξεων, που ήταν το μισό του αρχικού κειμένου. Στην επιστολή του, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι θεωρούσε προκλητικό το γεγονός ότι η εφημερίδα χρησιμοποίησε τη λέξη ελληνοκύπριος δύο φορές σε εισαγωγικά και ότι ισχυρίστηκε ότι ζούσε στα κατεχόμενα και, επίσης, πλέον προκλητικό ότι διαστρέβλωσε την πρότασή του για τροποποίηση του ψηφίσματος στο συνέδριο. Όπως ανέφερε, η πρότασή του ήταν όχι να γίνει το ψήφισμα πιο ήπιο αλλά να προστεθεί η φράση «Καλούμε την κυβέρνηση Ερντογάν να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις». Περαιτέρω, ο παραπονούμενος παρέθετε απόψεις γιατί η κυβέρνηση Ερντογαν έπρεπε να διαφοροποιηθεί από το «βαθύ κράτος»,της Τουρκίας και τέλος ότι θεωρούσε τιμή του που η BASIN SEN τον έκαμε μέλος και τον επέλεξε ως αντιπρόσωπό της, γιατί ήταν από τα συνδικάτα που πρωτοστάτησαν στο στήσιμο του αντι-Ντενκτασικού μετώπου. Η εφημερίδα σχολίασε τις θέσεις του κ. Βλάχου με το ακόλουθο κείμενο: «Εμείς τον ευχαριστούμε που μας επιβεβαιώνει για τη διαφοροποίηση του με τους Τούρκους και άλλους Ευρωπαίους δημοσιογράφους και φιλοξενούμε ευχαρίστως την αιτιολόγησή του. Επίσης μας επιβεβαιώνει ότι είναι μέλος της Μπασίν Σεν, ενώ δεν μας διαψεύδει ότι ζει στα κατεχόμενα. Όσο για τα εισαγωγικά που βάζουμε στο «Ελληνοκύπριος», ειλικρινά δεν ξέρουμε τι να κάνουμε και ας μας πει ο ίδιος. Να αφαιρέσουμε τα εισαγωγικά ή το Ελληνοκύπριος; Ας μας πει ο ίδιος». Η Επιτροπή αποφάσισε ότι η χρησιμοποίηση της λέξης ελληνοκύπριος σε εισαγωγικά συνιστά προσωπική επίθεση η οποία θίγει την τιμή και υπόληψη του παραπονούμενου, γεγονός που επαναλήφθηκε κατά τη δημοσίευσης της απαντητικής επιστολής. Η Επιτροπή κατέληξε στην απόφαση ότι η δημοσίευση αναφορών σε ένα συνδικαλιστικό συνέδριο συνιστά δικαίωμα των ΜΜΕ αλλά ελλείψει επαρκούς πληροφόρησης και της αδυναμίας εξασφάλισής της για το τι ακριβώς ελέχθη στο συνέδριο της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν σε θέση να αποφασίσει ως προς τη πτυχή του παραπόνου για διαστρέβλωση της πρότασης του παραπονουμένου για τροποποίηση του ψηφίσματος. Τέλος, αποφάσισε ότι, αν και αναγνωρίζει το δικαίωμα των ΜΜΕ να συντομεύουν μακροσκελή κείμενα ή να αφορούν προσβλητικές αναφορές και επιθέσεις, ο τρόπος με τον οποίο έτυχε χειρισμού και δημοσιεύθηκε η απαντητική επιστολή του παραπονούμενου, δεν ικανοποιείται επαρκώς η πρόνοια περί παροχής του δικαιώματος απάντησης σε όσους έχουν υποστεί επίθεση.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
1/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
21/07/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΕΚΚΡΕΜΕΙ,ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (11/7/6/2010) από το Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα κ. Ακη Παπασάββα για ανακριβές δημοσίευμα στην έκδοση της εφημερίδας «Φιλελεύθερος» στις 6 Ιουνίου, 2010. Στο δημοσίευμα διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ή αφέθηκε να εννοηθεί ότι ο κ. Παπασάββας γνωμοδότησε στην υπόθεση «Christofias Watch», ενώ θα έπρεπε να είχε αυτοεξαιρεθεί λόγω φερομένων διασυνδέσεών του με τον ή υποχρεώσεών του προς τον Πρόεδρο Χριστόφια. Η υπόθεση σχετίζεται με την διενέργεια έρευνας από την Αστυνομία στο σπίτι του δικηγόρου Ξενοφώντος Ξενοφώντος και την κατάσχεση ηλεκτρονικών υπολογιστών του, στο πλαίσιο διερεύνησης καταγγελίας του δημοσιογράφου Μακάριου Δρουσιώτη, για φερόμενα ως απειλητικά δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα Christofias Watch. Ο “Φιλελεύθερο», στη στήλη «Οι επτά του 7ήμερου» του Τάκη Κουνναφή πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ο κ. Παπασάββας είχε δώσει γνωμάτευση με βάση την οποία η Αστυνομία θα προχωρούσε στην ποινική δίωξη του δικηγόρου ως υπευθύνου τις ιστοσελίδας για το κατ' ισχυρισμό απειλητικό δημοσίευμα. Ο κ. Παπασάββας ανέφερε στο παράπονό του ότι «δεν υπάρχει σχέση (στα αναφερόμενα στο δημοσίευμα) με την πραγματικότητα ούτε κατά ένα «ιώτα». Ούτε είχα το φάκελο (της υπόθεσης), ούτε έδωσα ποτέ γνωμοδότηση και ούτε προτίθεμαι να δώσω γνωμοδότηση επί της υπόθεσης». Επίσης ανέφερε ότι σε καμιά περίπτωση ο κ. Κουνναφής δεν επικοινώνησε μαζί του για να επιβεβαιώσει κατά πόσο είχε γνωμοδοτήσει στην υπόθεση και, περαιτέρω, ότι είχε κοινοποιηθεί δημοσίως ότι την υπόθεση χειριζόταν προσωπικά ο Γενικός Εισαγγελέας. Στην απάντησή της, η εφημερίδα ζήτησε αναστολή της εξέτασης της υπόθεσης, εν όψει καταχώρηση αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και δεν παρέθεσε οποιεσδήποτε άλλες απόψεις επί του παραπόνου, που ενδεχομένως να επηρέαζαν την υπεράσπιση της εφημερίδας στο δικαστήριο. Εξ άλλου, ο κ. Κουνναφής ανέφερε στην Επιτροπή προφορικά ότι δεν θα έπρεπε να εξετασθεί το παράπονο εν όψει της εκκρεμότητας στην αγωγή του κ. Παπασάββα και ειδικότερα το θέμα της ακρίβειας της πληροφορίας ότι ο κ. Παπασσάββας είχε εκδώσει γνωμάτευση, δεδομένου ότι οι πληροφορίες του είχαν αντληθεί από δήλωση του Γενικού Εισαγγελέα πως είχε αναθέσει το έργο της έκδοσης γνωμάτευσης στον παραπονούμενο. Εν όψει του γεγονότος ότι όλα τα εγειρόμενα θέματα θα τεθούν προς απόδειξη ενώπιον δικαστηρίου, η Επιτροπή αποφάσισε να αναστείλει την εξέταση της υπόθεσης με βάση της σχετική πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή, ωστόσο, θεώρησε χρήσιμο να υπενθυμίσει την πάγια θέση της ότι σε περιπτώσεις που αφορούν σε ισχυρισμούς για προσωπικές πράξεις ή παραλείψεις είναι επιθυμητή και ορθή η εφαρμογή της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί παροχής του δικαιώματος απάντησης «στην κατάλληλη περίπτωση». Η Επιτροπή πιστεύει ότι εφαρμογή της πρακτικής αυτής, πριν από τη δημοσίευση ισχυρισμών περί πράξεων ή παραλείψεων προσώπων, όταν υπάρχει η δυνατότητα ή η ευχέρεια και δεν συντρέχουν αποχρώντες αποτρεπτικοί λόγοι, αφ’ ενός ικανοποιεί τη σχετική πρόνοια του Κώδικα και αφ’ ετέρου μειώνει την πιθανότητα να εγερθούν αμφισβητήσεις ως προς την ακρίβεια των πληροφοριών.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
9/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
21/07/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (9/6/5/2010) για ρατσιστική αναφορά σε άρθρο του πανεπιστημιακού Κώστα Μαυρίδη στο «Φιλελεύθερο». Στο άρθρο, που δημοσιεύθηκε στην έκδοση της 1ης Μαΐου, 2010, περιέχεται η ακόλουθη φράση: «Στο μήνυμα καταγράφεται η θέση του Πάσκο για το χειρισμό της απόφασης του ΔΕΚ στην υπόθεση Οραμς και συγκεκριμένα υποδεικνύεται ότι ο Taye Zerihoun (ο μαύρος υπάλληλος που υπηρετεί στην Κύπρο), όφειλε εκ των προτέρων και μυστικά ασφαλώς, να συνεννοηθεί με την τουρκική αντιπροσωπεία στα Η.Ε. για το χειρισμό του θέματος ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας». Στην απάντησή της, η εφημερίδα ανέφερε σε καμία «περίπτωση δεν ήθελε με κανένα τρόπο να προβεί σε δυσμενείς διακρίσεις εναντίον προσώπου και συγκεκριμένα να διαπομπεύσει, διασύρει με οποιοδήποτε τρόπο οποιοδήποτε πρόσωπο νια λόγους που αφορούν το χρώμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πολιτικές πεποιθήσεις ή κοινωνική προέλευση, την καταγωγή κ.α.» και εξέφρασε λύπη αν προκλήθηκε αυτή η εντύπωση. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής δεν συμμετέσχε λόγω υπαινιγμών ως προς την αμεροληψία του, τους οποίους είχε διατυπώσει ο κ. Μαυρίδης σε άλλη υπόθεση που τον αφορούσε. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη τη θέση της εφημερίδας και εξέφρασε την ευαρέσκειά της για την έλλειψη πρόθεσης για δυσμενή διάκριση, αλλά κατέληξε στην απόφαση ότι το θέμα δεν αφορά σε προθέσεις ή εντυπώσεις, αλλά σε πραγματικά γεγονότα. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή αποφάσισε ότι ο χαρακτηρισμός «ο μαύρος υπάλληλος που υπηρετεί στην Κύπρο» για τον τέως ειδικό αντιπρόσωπο του Γ.Γ. του ΟΗΕ στην Κύπρο Taye Brook-Zerihoun σαφώς αποτελεί έκφραση προκατάληψης με βάση τη φυλή ή το χρώμα, κατά παράβαση της σχετικής πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η ρατσιστική αυτή αναφορά περιέχεται σε άρθρο πανεπιστημιακού και επισήμανε ότι αποτελεί σαφή ευθύνη των ΜΜΕ να μεριμνούν, σε κάθε περίπτωση, για την πρόληψη δυσμενών διακρίσεων οποιουδήποτε είδους κατά παράβαση της σχετικής πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
15/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
21/07/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ, ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε παραπόνου (15/16/7/2010) από το δημοσιογράφο Πέτρο Θεοχαρίδη για δημοσιεύματα της εφημερίδας «Χαραυγή» σε σχέση με την αποκάλυψη εγγράφων τα οποία τον έφεραν να είχε λάβει αμοιβή από τη CYTA για συνεργασία δημοσιογραφικής φύσης. Σύμφωνα με το παράπονο, η «Χαραυγή», σε δημοσιεύματά της στις 15 Ιουλίου 2010 και 16 Ιουλίου 2010, έθεσε θέμα δημοσιογραφικής δεοντολογίας εκ μέρους δημοσιογράφου (στη πρώτη ημερομηνία) και δημοσιογράφων (στη δεύτερη ημερομηνία), τα οποία, αν και δεν αναφέρονταν σε ονόματα, φωτογράφιζαν τον ίδιο. Ο παραπονούμενος ζήτησε από την Επιτροπή να εξετάσει, πρώτον, αν τίθεται και πώς θέμα παραβίασης της δημοσιογραφικής δεοντολογίας από τον ίδιο με οποιαδήποτε δημοσιεύματά του λόγω της εργοδότησής του από το «Φιλελεύθερο» και της παράλληλης συνεργασίας του επ’ αμοιβή με τη Cyta, και δεύτερον, κατά πόσο τα δημοσιεύματα της «Χαραυγής συνιστούσαν παραβίαση κανόνων του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Ο κ. Θεοχαρίδης διατύπωσε απόψεις επί των δύο θεμάτων και όταν του ζητήθηκε να εξειδικεύσει το παράπονό του σχετικά με τα δημοσιεύματα της «Χαραυγής» πληροφόρησε την Επιτροπή ότι επιθυμούσε να αποσύρει το σκέλος που αφορούσε στην εφημερίδα, από σεβασμό προς τη δημοσιογραφική ελευθερία και επειδή η εφημερίδα, για την πιο σοβαρή αναφορά της, είχε δημοσιεύσει απολογία. Κατόπιν τούτου η Επιτροπή δεν ασχολήθηκε με το σκέλος αυτό του παραπόνου. Παρά το γεγονός ότι το αίτημα δεν βρισκόταν εντός των πλαισίων της συνήθους αποστολής της, που είναι η εξέταση παραπόνων, η Επιτροπή θεώρησε χρήσιμο να προχωρήσει στην εξέταση του αιτήματος του κ. Θεοχαρίδη κατά πόσο τίθεται θέμα δεοντολογίας από την ταυτόχρονη εργοδότησή του σε εφημερίδα και τη συνεργασία του με έναν ημικρατικό οργανισμό, που περιλαμβανόταν στο πεδίο της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας. Οι θέσεις στις οποίες κατέληξε η Επιτροπή επί του τεθέντος ερωτήματος δεν συνιστούν απόφαση ως προς τη συμπεριφορά του κ. Θεοχαρίδη στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά γενικές κατευθυντήριες αρχές που στηρίζονται στην πρακτική της Επιτροπής, σε αποφάσεις άλλων Επιτροπών σε ανάλογες περιπτώσεις και σε ειδικές πρόνοιες που έχουν περιληφθεί σε Κώδικες Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας άλλων Επιτροπών Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, τις οποίες η Επιτροπή θεώρησε χρήσιμες και υποβοηθητικές. ΚΑΛΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ Ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας δεν περιέχει ειδικές πρόνοιες σε σχέση με τη σύγκρουση συμφερόντων, αλλά περιλαμβάνει πρόνοιες για την επιθυμητή συμπεριφορά των δημοσιογράφων κατά την εκτέλεση της εργασίας τους. Οι πρόνοιες αυτές αναφέρουν ότι «το ήθος, η αξιοπρέπεια και εντιμότητα, η διαγωγή, η συμπεριφορά και το επαγγελματικό επίπεδο των λειτουργών θα πρέπει να είναι της υψηλότερης δυνατής στάθμης» και παράλληλα «ενεργούν πάντοτε με καλή πίστη και συμμορφώνονται προς το γράμμα και το πνεύμα του…Κώδικα». Το θέμα αφορά τόσο σε περιπτώσεις εμφανούς ύπαρξης σύγκρουσης συμφέροντος, όσο και σε περιπτώσεις στις οποίες είναι δυνατό να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι υπάρχει σύγκρουση συμφέροντος, που είναι δυνατό να θέσει υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία και ουδετερότητα του δημοσιογράφου και την αξιοπιστία και την ποιότητα των πληροφοριών του. Κατά συνέπεια, οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ πρέπει να αποφεύγουν όχι μόνο καταστάσεις εμφανούς σύγκρουσης συμφέροντος αλλά και περιπτώσεις στις οποίες είναι δυνατό να δοθεί η εντύπωση ότι υπάρχει σύγκρουση συμφέροντος, ώστε να έχουν το τεκμήριο της ανεξαρτησίας, και να μη φαίνονται ότι έχουν οποιαδήποτε διασύνδεση είτε επί προσωπικού επιπέδου, είτε με οποιαδήποτε οικονομική, πολιτική ή άλλη κατάσταση. Ενδεχόμενη παρέκκλιση από την πρακτική αυτή θέτει σε κίνδυνο την αξιοπιστία των δημοσιογράφων, των ΜΜΕ και των πληροφοριών τους. Κατά την ανάθεση καθηκόντων, τα ΜΜΕ θα πρέπει να λαμβάνουν μέριμνα ώστε να μη αναθέτουν καθήκοντα σε δημοσιογράφους όταν τίθεται θέμα σύγκρουσης συμφέροντος ή εμφάνισης σύγκρουσης συμφέροντος. Ομοίως, οι δημοσιογράφοι θα πρέπει να αποφεύγουν την εμπλοκή τους σε θέματα, όταν εκ των περιστάσεων είναι δυνατό να εγερθούν ερωτηματικά ως προς την αμεροληψία τους. Τα ΜΜΕ θα πρέπει να καθιερώσουν μια σαφή πολιτική πρόληψης του ενδεχομένου σύγκρουσης ή εμφάνισης σύγκρουσης συμφέροντος, η οποία να αφορά τόσο στην ειδησεογραφία όσο και στην αρθρογραφία. Στο πλαίσιο αυτό είναι επιθυμητό να αποφεύγεται η αποδοχή διαφόρων προνομίων, δώρων ή παροχών από οποιοδήποτε οργανισμό, που θα έθεταν υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία και αντικειμενικότητα των πληροφοριών.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
14/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
21/07/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (14/21/6/2010) από τον κ. Λουκή Παπαφιλίππου εκ μέρους του τηλεοπτικού σταθμού ΑΝΤ1 ότι ο Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ κ. Αντρος Κυπριανού προέβη «σε απαράδεκτη επίθεση κατά του Αντέννα και των δημοσιογράφων του». Σύμφωνα με το παράπονο, η επίθεση του κ. Κυπριανού περιείχετο σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» ημερ. 20.6.2010. Στο παράπονο αναφέρθηκε ότι «όλη η συνέντευξη έχει αρκετά στοιχεία προγραμματισμένης και εσκεμμένης προκατάληψης και παραπληροφόρησης». Η επίμαχη αναφορά του κ. Κυπριανού, όπως δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή», υπό τον τίτλο «Αρχηγοί-ΜΜΕ πολεμούν τον Χριστόφια-Ο Αντρος Κυπριανού επιτίθεται σε ΑΝΤ1 και «Φιλελεύθερο»…» ήταν σχετική με την κριτική που ασκούν τα κόμματα για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Μεταξύ άλλων ο κ. Κυπριανού φέρεται να δήλωσε: « Θέλετε πιο πρόσφατο παράδειγμα; Διεθνές εμπόριο. Ανταπόκριση του «Φιλελεύθερου» και του «ΑΝΤ1» από τις Βρυξέλλες, εντελώς ανυπόστατη, που καμία σχέση δεν είχε με την πραγματικότητα, και ακούμε να βάλλουν κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας ηγέτες πολιτικών κομμάτων. Διαπιστώθηκε βεβαίως στη συνέχεια ότι η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική. Παρόλα αυτά, ηγέτες κομμάτων και ΜΜΕ επιτέθηκαν ισοπεδωτικά στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και το ΑΚΕΛ, ακόμη και μετά που φανερώθηκε ποια ήταν η πραγματικότητα.» Ο κ. Παπαφιλίππου απέστειλε τρία ρεπορτάζ του ΑΝΤ1 στις 12, 13 και 14 Ιουνίου για το θέμα του Διεθνούς Εμπορίου στο οποίο αναφέρθηκε ο κ. Κυπριανού στη συνέντευξή του. Το πρώτο ρεπορτάζ αναφερόταν σε ανταπόκριση του δημοσιογράφου Παύλου Ξανθούλη από τις Βρυξέλλες και αφορούσε σε μελέτη που ετοιμάστηκε για λογαριασμό της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ήταν αναρτημένη στην ιστοσελίδα του. Τα άλλα δύο ρεπορτάζ αφορούσαν αντιδράσεις της κυβέρνησης και κομμάτων στις πληροφορίες που μεταδόθηκαν. Στην ανταπόκριση του ΑΝΤ1 διευκρινίστηκε ότι η μελέτη έγινε από τον Τούρκο καθηγητή πανεπιστημίου Ντουρμούς Οζντεμίρ για λογαριασμό της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και αφορούσε στις εμπορικές και οικονομικές σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης με την Τουρκία. Ο Τούρκος καθηγητής υποστήριξε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορούσε να κλείσει τα λιμάνια τα οποία δεν βρίσκονται υπό τον έλεγχό της, στην Αμμόχωστο, στο Καραβοστάσι και στην Κερύνεια, τα οποία χαρακτήρισε νόμιμα με βάση το διεθνές δίκαιο. Περαιτέρω υποστήριξε στην έκθεσή του ότι η πρόσβαση στα λιμάνια αυτά «θα πρέπει να γίνει από τις αρχές που ασκούν ντε φάκτο έλεγχο επί της περιοχής». Στην ανταπόκριση αναφέρθηκε ότι στην αρχή του κειμένου της μελέτης υπογραμμίζεται ότι οι απόψεις που εκφράζονται στο έγγραφο αυτό βρίσκονται υπό την αποκλειστική ευθύνη του συγγραφέα και δεν απηχούν κατ’ ανάγκη την επίσημη της Ευρωβουλής, αλλά «δεν παύει να λειτουργεί ως εργαλείο που οδηγεί στη διαμόρφωση άποψης, δεδομένου ότι βρίσκεται στην επίσημη ιστοσελίδα του σώματος και έγινε για λογαριασμό της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής.» Η μελέτη, υπό τον τίτλο «Εμπορικές και οικονομικές σχέσεις με την Τουρκία» που έγινε για λογαριασμό της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τον Τούρκο πανεπιστημιακό Ντουρμούς Οζντεμίρ, του Τμήματος Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μπιλγκίτ, αναρτήθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη διεύθυνση: http://www.europarl.europa.eu/activities/committees/studies.do?language=EN Το απόσπασμα που αποτέλεσε αντικείμενο της ανταπόκρισης βρίσκεται σε υποκεφάλαιο υπό τον τίτλο «Απαγορεύσεις επί των Κυπριακών μεταφορών και του εμπορίου και οι πιθανές επιπτώσεις επί της Ευρωπαϊκής και περιφερειακής οικονομίας» (σελ. 29), το οποίο αναφέρεται στις τουρκικές απαγορεύσεις εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην απαγόρευση του εμπορίου μέσω λιμανιών τα οποία έχουν κηρυχθεί κλειστά από τις αρχές της Δημοκρατίας. Η Επιτροπή μελέτησε διεξοδικά τα πιο πάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με το παράπονο, το κείμενο της συνέντευξης του κ. Κυπριανού στην «Καθημερινή» και τη σχετική πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, που προβλέπει ότι «η Επιτροπή έχει υποχρέωση να προασπίζεται το δικαίωμα της Ελευθερίας Εκφρασης και ειδικότερα την ελευθερία των έντυπων και εκπεμπόντων ΜΜΕ» και «...δύναται να εξετάζει ισχυρισμούς ότι δημοσιεύματα, μεταδόσεις ή οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη από οποιοδήποτε πρόσωπο συνιστά παραβίαση ή απειλή εναντίον των πιο πάνω ελευθεριών». Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναφορά του κ. Κυπριανού πως η ανταπόκριση του ΑΝΤ1 ήταν «εντελώς ανυπόστατη, που καμία σχέση δεν είχε με την πραγματικότητα» ήταν ατυχής γιατί δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Το συμπέρασμα που σαφώς προκύπτει από την εξέταση της ανταπόκρισης και του κειμένου του Τούρκου καθηγητή είναι πως η ανταπόκριση απέδωσε με ακρίβεια τα γεγονότα και δεν περιείχε οποιαδήποτε ανακρίβεια ή αυθαίρετη ερμηνεία. Όμως η Επιτροπή κατέληξε στην απόφαση ότι η μόνη σαφής ονομαστική αναφορά του κ. Κυπριανού στον ΑΝΤ1 αφορούσε στον ισχυρισμό ότι η ανταπόκριση ήταν εντελώς ανυπόστατη. Η αναφορά αυτή δεν ανταποκρίνεται μεν στην πραγματικότητα, αλλά δεν θα μπορούσε, με βάση το γράμμα και το πνεύμα του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, να θεωρηθεί ως επίθεση που συνιστούσε απειλή εναντίον του δικαιώματος της Ελευθερίας Εκφρασης και της ελευθερίας των ΜΜΕ.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
13/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
21/07/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (13/15/6/2010) από τον Παντελή Νικολαϊδη ότι δημοσίευμα στο «Φιλελεύθερο» στις 24 Δεκεμβρίου, 2008, με την υπογραφή της Χριστίνας Κυριακίδου, ήταν κακόβουλο και ψευδές. Στο δημοσίευμα αναφερόταν ότι έγιναν καταγγελίες σε βάρος καθηγητή για ανάρτηση προσωπικών δεδομένων των μαθητών του στην ιστοσελίδα του στο διαδίκτυο. Περαιτέρω το δημοσίευμα ανέφερε ότι ο καθηγητής όταν αντιλήφθηκε ότι έγινε καταγγελία αφαίρεσε τα προσωπικά στοιχεία των παιδιών, όπως ονόματα, βαθμολογίες και σχόλια για την επίδοση του καθενός. Η ΟΕΛΜΕΚ, σύμφωνα με το δημοσίευμα, εξέφρασε άγνοια για την υπόθεση, αλλά ανέφερε ότι στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου για ανάδειξη ηγεσίας της οργάνωσης είχαν γίνει καταγγελίες σε βάρος του ίδιου εκπαιδευτικού από συναδέλφους του για παραβίαση προσωπικών δεδομένων. Ο κ. Νικολαϊδης ανέφερε στο παράπονό του ότι το δημοσίευμα φωτογράφιζε τον ίδιο και ότι το παρεχόμενο του ήταν «ολοκληρωτικά ψευδές και κακόβουλο» και πως το ανυπόστατό του αποδείχθηκε από σχετική απόφαση της Επιτρόπου Προσωπικών Δεδομένων, στην οποία «ουδόλως διαφαίνεται οποιαδήποτε παραβίαση των προσωπικών δεδομένων οποιουδήποτε μαθητή». Στον κ. Νικολαϊδη υποδείχθηκε ότι το παράπονο υποβλήθηκε περίπου δύο χρόνια μετά το δημοσίευμα, ενώ ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας προβλέπει προθεσμία 30 ημερών και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να εξετασθεί. Ο κ. Νικολαϊδης ανέφερε, όμως, ότι το παράπονό του υποβλήθηκε με αφετηρία την ημερομηνία απόφασης της Επιτρόπου Προσωπικών Δεδομένων επί του παραπόνου του, που τον δικαίωσε αναφέροντας ότι δεν διαπιστώθηκε αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων μαθητών και απέστειλε αντίγραφο της απόφασης στην Επιτροπή Η Επιτροπή αποφάσισε ότι ακόμη και αν ληφθεί ως σημείο αναφοράς η ημερομηνία της απόφασης της Επιτρόπου, και πάλι το παράπονο υποβλήθηκε εκπρόθεσμα, γιατί η απόφαση φέρει ημερομηνία 26/2/2010 και επομένως το παράπονο δεν μπορούσε να εξετασθεί ως εκπρόθεσμο. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο παραπονούμενος έχει το δικαίωμα, με βάση τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, να ασκήσει το δικαίωμα απάντησης.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
4/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
19/05/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (4/6/4/2010) από τον εκπρόσωπο Τύπου της Αστυνομίας κ. Μιχάλη Κατσουνωτό εκ μέρους του Αρχηγού της Αστυνομίας για δημοσίευση φωτογραφίας στην εφημερίδα «Πολίτης», η οποία ήταν, κατ’ ισχυρισμό, παραποιημένη, κατά παράβαση της πρόνοιας περί ακρίβειας των πληροφοριών και μη δημοσίευσης παραπλανητικών πληροφοριών. Ειδικότερα, το παράπονο ανέφερε ότι ο «Πολίτης» δημοσίευσε στις 21 Μαρτίου, 2010 φωτογραφία η οποία φέρεται να λήφθηκε στη διάρκεια επεισοδίων μεταξύ αστυνομικών και φιλάθλων στη Λεμεσό, η οποία παρουσιάζει αστυνομικό να φέρει σιδερένια γροθιά, την οποία συνόδευσε με λεζάντα, που μεταξύ άλλων ανέφερε: «Αν προσέξετε καλά τη φωτογραφία που δημοσιεύουμε σήμερα, την οποία μας απέστειλαν κάποιοι οπαδοί του ΑΠΟΕΛ, φαίνεται ότι κάποιοι αστυνομικοί συναγωνίζονται τους νεαρούς ταραξίες. Απόδειξη, η σιδερογροθιά που φορά στο χέρι του ο αστυνομικός που συλλαμβάνει νεαρό…» Ο «Πολίτης» ανταποκρίθηκε σε αίτημα της Αστυνομίας και έθεσε στη διάθεσή της τη φωτογραφία για επιστημονική εξέταση, ύστερα από την οποία ο εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας απηύθυνε επιστολή προς την εφημερίδα, στην οποία ανέφερε ότι η φωτογραφία δεν ήταν αυθεντική. Ο «Πολίτης» δημοσίευσε το πλήρες κείμενο της επιστολής την Κυριακή, 11 Απριλίου, 2010. Ο κ. Κατσουνωτός, στο παράπονό του προς την Επιτροπή επισύναψε την έκθεση του Εργαστηρίου Φωτογραφίας και Γραφικών της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας, στην οποία σαφώς αναφέρεται ότι κατόπιν ενδελεχούς επιστημονικής εξέτασης, διαπιστώθηκε ότι η φωτογραφία είχε τύχει επεξεργασίας με ειδικό πρόγραμμα, κατά την οποία προστέθηκε σ’ αυτήν το χέρι με τη σιδερένια γροθιά. Η έκθεση περιγράφει με λεπτομέρεια την ανάλυση που έγινε και τα αποτελέσματά της. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η επίμαχη φωτογραφία δεν φέρει ενδείξεις ότι λήφθηκε με φωτογραφική μηχανή και ότι η παραγωγή της με πρόγραμμα επεξεργασίας εικόνας έγινε σε ημερομηνία προγενέστερη του αγώνα Απόλλωνα και ΑΠΟΕΛ, ύστερα από τον οποίο σημειώθηκαν τα επεισόδια, στη διάρκεια των οποίων φέρεται να λήφθηκε η φωτογραφία. Η Επιτροπή θεώρησε το πόρισμα της εξέτασης αξιόπιστο, σημειώνοντας ότι ούτε η εφημερίδα το αμφισβήτησε. Αντίθετα, ανέφερε ότι η αξιοπιστία του τεχνικού της Αστυνομίας «είναι δεδομένη». Στις απόψεις της επί του παραπόνου, η εφημερίδα ανέφερε ότι η φωτογραφία στάληκε από γονείς νεαρών που συνελήφθησαν ύστερα από επεισόδια στη Λεμεσό. Επίσης ανέφερε ότι από την πρώτη στιγμή συνεργάστηκε με την Αστυνομία για την επιστημονική ανάλυση της φωτογραφίας και δημοσίευσε την επιστολή του εκπροσώπου Τύπου της Αστυνομίας. Περαιτέρω η εφημερίδα παραπονέθηκε ότι η Αστυνομία περιορίστηκε να αναφέρει ότι η φωτογραφία είχε τύχει επεξεργασίας, χωρίς να θέσει στη διάθεσή της την έκθεση για την ανάλυσή της. Η Επιτροπή αφού εξέτασε όλα τα ενώπιόν της δεδομένα κατέληξε στην απόφαση ότι η φωτογραφία δεν ήταν αυθεντική με την έννοια που της έδιδε η συνοδευτική λεζάντα και επομένως η δημοσίευσή της, όπως και της λεζάντας, συνιστούσε παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί μη δημοσίευσης ανακριβών πληροφοριών. Η Επιτροπή πιστεύει ότι η εφημερίδα ενήργησε με καλή πίστη –δεδομένου μάλιστα ότι προσφέρθηκε να δημοσιεύσει απολογία εφ’ όσον θα της διδόταν το πόρισμα της επιστημονικής ανάλυσης και επίσης δημοσίευσε την επιστολή του εκπροσώπου Τύπου της Αστυνομίας- ταυτόχρονα όμως θεωρεί ότι όφειλε να είχε θέσει υπόψη της Αστυνομίας τη φωτογραφία και να ζητήσει τα σχόλιά της, για ταυτόχρονη δημοσίευση. Η υποχρέωση αυτή, την οποία τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι οφείλουν να τηρούν, πηγάζει από την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που ορίζει ότι «τα Μ.Μ.Ε. παρέχουν στους επηρεαζομένους, στην κατάλληλη περίπτωση…την ευκαιρία να απαντήσουν…».
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
7/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
11/05/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (7/5/5/2010) από πολίτη ότι μεταδόσεις και δημοσιεύματα σχετικά με βρέφος που κατ’ ισχυρισμό βρέθηκε «πεταγμένο» σε σκουπίδια ή άπλυτα ρούχα ύστερα από πρόωρο τοκετό στο Νοσοκομείο Λεμεσού συνιστούσαν σπίλωση της επαγγελματικής επάρκειας ιατρών του Νοσοκομείου. Το παράπονο ανέφερε ότι οι πληροφορίες δεν ήταν ακριβείς και ότι το βρέφος είχε τυλιχθεί σε ρούσο και τοποθετήθηκε σε κατάλληλο χώρο, ενώ οι ιατροί φρόντιζαν την αιμορραγούσα μητέρα. Το παράπονο, όπως διατυπώθηκε, αφορούσε σε πιθανή παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί ακρίβειας των πληροφοριών και διασυρμό της τιμής και υπόληψης. Η Επιτροπή αποφάσισε να αναστείλει την εξέταση του παραπόνου, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο υποβολής του διεξαγόταν έρευνα γύρω από το θέμα και να επιληφθεί εκ νέου της υπόθεσης μετά την ανακοίνωση του πορίσματος και με την προϋπόθεση ότι θα υποβληθεί εκ νέου παράπονο εναντίον συγκεκριμένων ΜΜΕ.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
5/2010
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
11/05/2010
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε παραπόνου (5/3/5/2010) από τον κ. Χρίστο Μερέζα, εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Πλαστικής Επανορθωτικής και Αισθητικής Χειρουργικής ότι δημοσίευμα της εφημερίδας Cyprus Weekly στις 23 Απριλίου, 2010, συνιστούσε οργάνωση και υποβοήθηση παράνομης πράξης. Το δημοσίευμα ανέφερε ότι εξέχων ξένος ιατρός είχε αρχίσει να προσφέρει συμβουλευτικές υπηρεσίες στον τομέα της κοσμητικής χειρουργικής σε κλινική της Λάρνακας και δημοσίευσε δηλώσεις του σχετικά με το θέμα αυτό και την κοσμητική χειρουργική γενικότερα. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο ιατρός δεν ήταν πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν ήταν εγγεγραμμένος στο Μητρώο Ιατρών Κύπρου και δεν κατείχε άδεια άσκησης ιατρικής στην Κύπρο. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι για τους πιο πάνω λόγους η εφημερίδα ήταν ένοχη "οργάνωσης και υποβοήθησης παράνομης πράξης" και κάλεσε την Επιτροπή να λάβει τα αναγκαία μέτρα που απορρέουν από τους κανόνες Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή μελέτησε το παράπονο και διαπίστωσε ότι στον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια η οποία θα μπορούσε να είχε παραβιασθεί από το δημοσίευμα, του οποίου η ακρίβεια δεν αμφισβητήθηκε. Κατά συνέπεια αποφάσισε ότι δεν είχε αρμοδιότητα να παρέμβει με οποιοδήποτε τρόπο και κατά συνέπεια απέρριψε το παράπονο.